Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

5.- «ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑ, ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ».

 

Ε
 
Οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ εἶναι μακάριοι, διότι ἀξιώνονται νά δοῦν τό Θεό.
  

      Ἡ ἀδιατάρακτος διά θέας ἀπόλαυσις τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου εἶναι τό ὕψιστο τῶν ἀγαθῶν, πού προσφέρεται  ἀπό τόν Θεόν εἰς τόν καθαρόν τῇ καρδίᾳ.
       Ὁ οὐρανοβάμων Παῦλος, ὁ ὁποῖος «ἡρπάγη εἰς τόν παράδεισον (ἐσηκώθη ἕως τόν τρίτον οὐρανόν) καί ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἅ οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι», ἔχει δική του προσωπική ἐμπειρία τῶν ἀγαθῶν, «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄Κορινθ. β΄ 9). Γνωρίζει καλά ὁ Παῦλος τό ὕψιστον ἀγαθόν, νά δῇ ὡς ἄνθρωπος τό Θεό, διότι ὁ Χριστός φανερώθηκε σ' αὐτόν. Ὁ ἴδιος,  πορευόμενος εἰς τήν Δαμασκόν, διηγεῖται εἰς τόν Ἀγρίππαν καί λέγει: «ἡμέρας μέσης κατά τήν ὁδόν εἶδον, βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπέρ τήν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καί τούς σύν ἐμοί πορευομένους· ...ἤκουσα φωνήν λαλοῦσαν πρός με  καί λέγουσαν τῇ Ἑβραῒδι διαλέκτῳ· Σαούλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρός κέντρα λακτίζειν. Ἐγώ δέ εἶπον· Τίς εἶ, Κύριε; Ὁ δέ εἶπεν· Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὅν σύ διώκεις. Ἀλλά σήκω καί στάσου στά πόδια σου· διότι γι' αὐτό φανερώθηκα σέ σένα, γιά νά σέ καταστήσω ὑπηρέτην καί μάρτυρα καί αὐτῶν πού εἶδες τώρα, καί ἐκείνων πού θά ἴδῃς ὅσες φορές εἰς τό μέλλον θά σοῦ ἐμφανισθῶ» (Πραξ. κστ΄ 12-16).
    Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τήν χαρά, τήν εὐφροσύνη καί τήν ἀγαλλίασι τῆς ψυχῆς, στήν ὁποίαν φανερώνεται ὁ Χριστός;



     Ὁ  Παῦλος ἔχει προσωπική ἐμπειρία τῆς Χαρᾶς καί εἶναι ὁ πιό κατάλληλος ἀπό κάθε ἄλλον νά μᾶς ἀποκαλύψῃ τό μεγαλεῖον τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ στόν καθαρό τῇ καρδίᾳ. Ὁ Παῦλος εἶχε ἀγαθήν συνείδησιν καί καθαρή καρδιά καί ἀξιώθηκε νά δῇ τό Χριστό καί νά διαπιστώσῃ προσωπικά ὁ ἴδιος  καί νά διακηρύξῃ:
«ὅτι οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄  18).
       ποιος νοιώσει τή γλυκύτητα τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν, θεωρεῖ σκύβαλα καί ἄξια περιφρονήσεως ὅλα τά κοσμικά πράγματα καί θέτει σκοπό τῆς ζωῆς του νά κερδίσῃ τό ὑπέρτατο ἀγαθό, τόν Χριστόν (πρβλ. Φιλιπ. γ΄ 8).
       Ποιός συνετός καί καθαρός τῇ καρδίᾳ, ἀφοῦ γευθῆ «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», θά ἐπιστρέψῃ στά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας;
       Ποιός συνετός καί καθαρός τῇ καρδίᾳ ὅταν πιῇ τό ὕδωρ τό ζῶν, εἶναι δυνατόν νά ἐπιστρέψῃ «στά λασπονέρια τῆς ἀπιστίας»;
        Ἀπόστολος Παῦλος, στόν ὁποῖον φανερώθηκε ὁ Χριστός, ὁμολογεῖ καί λέγει ὅτι ὁ κόσμος εἶναι νεκρός γι' αὐτόν καί αὐτός εἶναι νεκρός γιά τόν κόσμο. «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. β΄ 20). Καί πραγματικά ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, καί γιά τίποτε στόν κόσμο δέν πρέπει νά Τόν χάσουμε . Ἐπειδή ὅμως, γιά νά κρατηθοῦμε ἑνωμένοι μαζί Του, ἀναγκαία προϋπόθεσις εἶναι ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ὀφείλουμε διαρκῶς νά προσέχουμε καί νά ἀπέχουμε ἀπό τίς ἀκαθαρσίες τοῦ κόσμου. Νά κρατᾶμε καθαρή τήν καρδιά μας. Νά ζοῦμε μέ τή λαχτάρα νά φανερωθοῦμε μπροστά στό Θεό καί νά  δοῦμε  τό ἅγιον Πρόσωπόν Του.
      Ὁ Προφήτης Δαβίδ, ὁ Παῦλος καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες καί Ὁμολογητές τῆς Πίστεως ἔζησαν καί ζοῦν μέ τή λαχτάρα νά δοῦν τό Πρόσωπον τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι ἐμεῖς ζοῦμε μέ τόν πόθο, μέ τή λαχτάρα νά δοῦμε τό Θεό. Ὁ Δαβίδ, πού ἐνσαρκώνει τή λαχτάρα ὅλων μας, λέγει: «Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ ὁ Θεός. Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν τόν ἰσχυρόν τόν ζῶντα·  Πότε ἥξω καί ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;» (Ψαλμ. 41, 2-3).




        Μποροῦμε νά δοῦμε τό Πρόσωπον τοῦ Θεοῦ;
Ὁ Κύριος μᾶς ὑπόσχεται ὅτι θά δοῦμε τό Θεό, μόνον οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ. Ὑπῆρξαν ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι «μετά γυναικῶν οὐκ ἐμολύνθησαν· Παρθένοι γάρ εἰσιν. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἄν ὑπάγῃ. Οὗτοι ἠγοράσθησαν ἀπό τῶν ἀνθρώπων ἀπαρχή τῷ Θεῶ καί τῷ Ἀρνίῳ· καί οὐχ εὑρέθη ψεῦδος ἐν τῷ στόματι αὐτῶν· ἄμωμοι γάρ εἰσιν» (Ἀποκ. ιδ΄4-5). Εἶναι αὐτοί πού ἔμειναν πιστοί στό Χριστό μέχρι θανάτου. Αὐτοί πού δέν ὑπέπεσαν εἰς τήν εἰδωλολατρία καί φύλαξαν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, δέν ἐμολύνθησαν μέ τίς γήινες ἀκαθαρσίες, ἔμειναν ἄμωμοι καί εἶδαν τόν Θεόν, κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεώς του ἕκαστος. Ἀλλά καί σήμερα ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας Ἅγιοι καί καθαροί τῇ καρδίᾳ, πού ἀκολουθούν τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ καί βλέπουν τό Θεό.




     Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι τώρα ἐδῶ στή γῆ, στήν ἀνθρώπινη διάστασι,  βλέπουμε θαμπά, σκιωδῶς, ὅταν ὅμως διαβοῦμε στή θεία διάστασι, τότε θά Τόν δοῦμε φανερά καί καθαρά, κατ' εὐθεῖαν  πρόσωπον μέ πρόσωπον. «Βλέπομεν γάρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρός πρόσωπον» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 12).
   Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης  Ἰωάννης λέγει ὅτι «τώρα εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ καί ἀκόμη δέν φανερώθηκε σέ μᾶς τί θά εἴμαστε εἰς τό μέλλον. Γνωρίζουμε ὅμως, ὅτι ἐάν φανερωθῇ ὁ Χριστός, θά γίνουμε ὅμοιοί Του κατά τήν δόξαν καί θά Τόν δοῦμε ὅπως εἶναι. Ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 2). Εἶναι βέβαια αὐτονόητον ὅτι θά Τόν δοῦμε «ἐάν εἴμαστε καθαροί τῇ καρδίᾳ» ( Ματθ. ε΄ 8). 
    Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ πρώην διώκτης, καί κατόπιν «σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ», γνωρίζει καλά «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί φλέγεται ἀπό τήν ἀγωνία του γιά μᾶς. Καί μέ πόνον ψυχῆς, συνεχῶς, μᾶς παροτρύνει νά ἀκολουθοῦμε τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ, ὥστε  νά μή μολύνουμε τήν ψυχή μας μέ τίς ἀκαθαρσίες τοῦ κόσμου, νά καθαρίζουμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος καί νά ἐπιτελοῦμε ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ (πρβλ.Β΄Κορινθ. ζ΄ 1). Συνεχῶς μᾶς παρακαλεῖ νά προσέχουμε στόν ἑαυτό μας, καί νά ἐπιδιώκουμε συνεχῶς τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Διότι γνωρίζει ὁ Ἅγιος πόσο δύσκολη εἶναι ἡ ἐσωτερική πάλη τοῦ ἁμαρτωλοῦ κατά τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ὁμολογεῖ καί λέγει: «Εἶμαι σκλάβος τῆς ἁμαρτίας, διότι ἐκεῖνο πού ἐκτελῶ, τό ἐκτελῶ τυφλά, σάν μεθυσμένος ἀπό τό πάθος, πού μέ κυριεύει, χωρίς νά ξέρω τί κάνω. Οὐ γάρ ὅ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ' ὅ μισῶ τοῦτο ποιῶ... Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ' ὅ μισῶ κακόν τοῦτο πράσσω... Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος! Τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (πρβλ. Ρωμ. ζ΄ 14-25).
     ν στόν ἀγῶνα μας, γιά νά κρατήσουμε τήν καρδιά μας καθαρή, δέν ἦταν ὁ Κύριος μαζί μας, θά εἴχαμε καταποντισθῆ. Χείμαρρον διῆλθεν κάι διέρχεται ἡ ψυχή μας. Θηριώδεις ἐχθροί, ἄνθρωποι καί δαίμονες καί πάθη χαμηλά, σάν ἄλλοι λύκοι θέλουν νά μᾶς κατασπαράξουν. Στήνονται παγίδες καί ἐπιβουλές μέ πολλή πανουργία καί δόλο. Ἄν ὁ Κύριος δέν εἶναι μαζί μας... Ἄν  ὁ Κύριος δέν συντρίψει τίς παγίδες καί δέν μᾶς συμπαρασταθῆ, εἴμαστε χαμένοι (πρβλ. καί Ψαλμ. 123,1-8).



      Εἶναι παρήγορον ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι θά εἶναι καί εἶναι μαζί μας. Δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ  «καί οἴδαμεν ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. η΄ 28). Θά πρέπει ὅμως νά καταλάβουμε ὅλοι καλά ὅτι δέν ἀρκεῖ ἡ θεία συμμαχία, ὅπως ἔχουμε πῆ, εἶναι ἀναγκαία καί ἡ δική μας προσωπική προσπάθεια, γιά τήν κατάκτησι τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε τοῦ μακαρισμοῦ τοῦ Κυρίου, νά δοῦμε τόν Θεόν, ὡς καθαροί τῇ καρδίᾳ.
    Ὁ  Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη:
      «Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους, καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός· ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μή κώμοις καί μέθαις, μή κοίταις καί ἀσελγείαις, μή ἔριδι καί ζήλῳ, ἀλλ'  ἐνδύσαθαι τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (Ρωμ.  ιγ΄ 12-14). Μᾶς προτρέπει νά  ἐνδυθοῦμε, νά ἐγκολπωθοῦμε  τόν Χριστόν καί νά ἀποφύγουμε κάθε σαρκική ἁμαρτία. Νά κρατήσουμε καθαρή τήν καρδιά μας  ἀπό τίς σαρκικές ἐπιθυμίες, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε τό Θεό. Κι' αὐτό θά τό κατορθώσουμε ἄν πραγματικά παλαίψουμε μέ τόν κακό μας ἑαυτό, ἐάν «ἀποθέσουμε «πᾶσαν  ῥυπαρίαν καί περισσείαν κακίας» καί  δεχθοῦμε μέ πραότητα τόν εὐαγγελικό λόγο, πού φυτεύθηκε μέσα μας διά τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως καί πού ἔχει τή δύναμι νά σώσῃ τάς ψυχάς ἡμῶν» (Ἰάκ. α΄ 21). Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του εἰλικρινά μετανοιωμένοι καί  ὄχι ἁπλῶς μᾶς δέχεται μέ χαρά, ἀλλά θύει  καί  τόν «μόσχον τόν σιτευτόν», γιά χάρι μας.




      Χριστός ἦλθε καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς καθαρίζει μέ τό αἷμα Του καί μᾶς ἐφοδιάζει μέ  τήν ἐξουσίαν «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ...» (Λουκ. ι΄ 19). Στό χέρι μας εἶναι νά κατακτήσουμε τήν κορυφή τῆς τελειότητος, νά «ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα». (Ἀποκ. ιη΄ 4) καί  νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, πού εἶναι ὁ ἀναγκαῖος ὅρος, γιά νά δοῦμε τό Θεό.
    Ἔχουμε πῆ  ὅτι τήν ἀρχική κάθαρσι δέχεται ὁ πιστός διά τοῦ Βαπτίσματος διά τοῦ λουτροῦ τῶν δακρύων (δηλ. διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως), διά τοῦ ὁποίου ὡς διά θύρας εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία. Τήν τελική κάθαρσι δέχεται ὁ πιστός διά τῆς συνειδητῆς συμμετοχῆς του εἰς τό Μυστήριον τῆς Θ. Εὐχαριστίας, διά τῆς Θείας Κοινωνίας τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. Εἶναι δέ δεδομένον ὅτι «τό αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄Ἰωάν. α΄ 7. Ἀποκ.α΄ 5). 
    Καλούμαστε οἱ πιστοί, μέ τήν ἀποχή ἀπό κάθε κακό, μέ τή σωστή νηστεία, νά διαφυλάξουμε καθαρή τήν καρδιά μας. Ὁ πνευματικός ἀγῶνας εἶναι ἀκατάπαυστος. Καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μᾶς συμβουλεύει νά προσέχουμε τόν ἑαυτό μας. «Πρόσεχε σεαυτῷ μήποτε γένηται ῥῆμα κρυπτόν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα» (Δευτ. ιε΄ 9). Ὀφείλουμε νά προσέχουμε τόν ἑαυτό μας,  νά προσέχουμε μή τυχόν κάποτε σκέψις κρυφή γίνῃ στήν καρδιά μας ἁμαρτία, νά μή μολύνουμε τήν καρδιά μας. Μᾶς παραγγέλλει νά προσέχουμε καί νά παρατηροῦμε προσεκτικά τόν ἑαυτό μας, ὥστε  νά ἀποφεύγουμε τίς δόλιες παγίδες πού στήνει παντοῦ ὁ ἐχθρός. Ἡ ἁμαρτία  εἶναι ρύπος, ἀκαθαρσία, πού λερώνει τήν καρδιά μας.
   Μέγας Βασίλειος στήν ὁμιλία του εἰς τό «Πρόσεχε σεαυτῷ»,  ἐπειδή δέν προσέχουμε καί χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, λέγει:

 
        «Πρόσεχε λοιπόν τόν ἑαυτό σου, γιά νά λάβῃς ἀνάλογη πρός τό παράπτωμα καί τήν βοήθειαν ἀπό τήν θεραπείαν. Εἶναι μεγάλο καί βαρύ τό ἁμάρτημα; Σοῦ χρειάζεται πολλή ἐξομολόγησις, πικρά δάκρυα, συνεχής ἀγρυπνία καί διαρκής νηστεία. Εἶναι ἐλαφρόν τό ἁμάρτημα καί ὑποφερτόν; Νά ἐξισωθῇ καί ἡ μετάνοια. Μόνον νά προσέχῃς τόν ἑαυτόν σου,  γιά νά γνωρίζῃς τήν ὑγεία καί τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς» (ΒΕΠΕΣ 54, 31, 21 ἑξ.).
     ἱερός Χρυσόστομος, γνωρίζει ὅτι ἡ γνήσια ἀγάπη στό Θεό καί στόν πλησίον γιά τό Θεό, βοηθεῖ τόν πιστό νά ἀποφεύγῃ τήν ἁμαρτία, νά  ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ καί νά διαφυλάττῃ ἔτσι τήν καθαρότητα τῆς καρδίας του.
    Διά τοῦτο συνιστῶν  σέ ὅλους νά ἐγκολπωθοῦν τόν Χριστόν, τήν γνήσια ἀγάπη,  συνοψίζει τή διδασκαλία του περί ἀγάπης καί λέγει ὅτι «τῆς γνησίας ἀγάπης ἴσον οὐδέν». Κι' αὐτό γιατί «ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ίωάν. δ΄16). Ὁ Κύριος τοποθετεῖ πάνω ἀπό τή Βασίλισσα τῶν ἀρετῶν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, γιά νά κατανοήσουν οἱ Μαθητές Του ὅτι τότε μόνον εἶναι γνήσια ἡ ἀγάπη τους, ὅταν ἔχουν καθαρή καρδιά. Καί μόνον τότε ἡ ἀγάπη, πού πηγάζει ἀπό καθαρή καρδιά, Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον, κατά τόν Γρηγόριον τόν Θεολόγον.
    Οἱ Πατέρες ὑποδεικνύουν μιά ἀρίστη  μέθοδο πνευματική. Συνιστοῦν:  ΠροσοχήΠροσευχή, Νῆψι καί Ἐγρήγορσι.
        ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος (Φιλοκλ. Ε΄86,20) λέγει ὅτι «ὅποιος δέν προσέχει νά φυλάττῃ τόν νοῦν του, ἐκεῖνος δέν εἶναι δυνατόν νά γένῃ καθαρός εἰς τήν καρδίαν, διά νά ἀξιωθῇ νά δῇ τόν Θεόν». Ὁ δέ  πρεσβύτερος Ἡσύχιος γράφει πρός τόν Θεόδουλον (Φιλοκλ. Α΄ 171, ρηγ΄) ὅτι «ὅλως δέ οὐκ ἄλλο τί ἐστι καθαρισμός καρδίας, δι' οὗ καί ταπείνωσις καί ἀγαθόν ἅπαν ἐν ἡμῖν εὑρίσκεται καταβαῖνον ἄνωθεν, εἰ μή τό μηδόλως παραχωρεῖν τούς λογισμούς προκύπτοντας εἰσελθεῖν ἐν τῇ ψυχῇ».
     ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης ὑποδεικνύει μιά πνευματική μέθοδο, μέ τήν ὁποίαν μπορεῖ ὁ πιστός νά κατορθώσῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί γενικά τήν τελείωσί του. Ἡ μέθοδος αὐτή ὀνομάζεται νῆψις  καί εἶναι δυναμική κατάστασις τῆς ψυχῆς τοῦ προοδευμένου πνευματικά ἀνθρώπου στήν ἐσωτερική ἐν Χριστῷ ζωή, ὥστε μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί μέ τή δική του προσωπική προσπάθεια, νά ἔχῃ ὁλοκληρωτικό, τέλειο ἔλεγχον στά πάθη καί τίς κακίες του καί ἕτοιμο τό θεληματικό του στό νά ἐφαρμοζῃ πάντοτε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
      Αὐτή τή μέθοδο ἀκολούθησαν οἱ πιστοί Μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθοῦντες τό Ἀρνίον  καί  τήν ἴδια μέθοδο ἀκολουθοῦν καί σήμερα οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι.


   Ὁ ὅσιος Ἡσύχιος λέγει ὅτι «Νῆψίς ἐστι  μέθοδος πνευματική, ἐμπαθῶν νοημάτων καί λόγων καί πονηρῶν ἔργων, πάμπαν τόν ἄνθρωπον, σύν Θεῷ, ἀπαλλάττουσα, χρονίζουσα, καί προθύμως ὁδευομένη· γνῶσιν τε ἀσφαλῆ Θεοῦ τοῦ ἀκαταλήπτου ὁδευομένη χαρίζεται, καθ' ὅσον ἐφικτόν, καί μυστηρίων θείων  καί ἀποκρύφων λύσιν·  ὑπάρχει τε πάσης ἐντολῆς Θεοῦ Παλαιᾶς τε καί  νέας  Διαθήκης  ποιητική καί παντός ἀγαθοῦ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος παρεκτική. Αὕτη δέ κυρίως ἐστίν ἡ τῆς καρδίας καθαρότης· ἥτις διά τό μέγεθος καί τήν καλλονήν αὐτῆς ἤ κυριώτερον εἰπεῖν, διά τήν ἀμέλειαν ἡμῶν, σπανίζει σήμερον... ἥν ὁ Χριστός μακαρίζει λέγων· μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται. Τοιαύτη δέ οὖσα, πολλοῦ ἀγοράζεται. Νῆψις (νηφαλιότης, ἄγρυπνος προσοχή) ἐν ἀνθρώπῳ χρονίζουσα, ὀρθοῦ καί θεαρέστου βίου ὁδηγός γίνεται· τοῦτο καί ἐπίβασις θεωρίας, καί τό τριμερές τῆς ψυχῆς (δηλ. τό νοητικόν, τό συναισθηματικόν καί τό βουλητικόν) δικαίως κινεῖν ἡμᾶς ἐκδιδάσκει, τάς αἰσθήσεις τε ἀσφαλῶς τηρεῖν· καί τάς γενικάς ἀρετάς ἐν τῷ μετόχῳ αὐτῆς καθ' ἡμέραν αὔξει» (Φιλοκαλία Α΄ 141, α΄ πρβλ. καί γ΄- ζ΄).
        νοερά Προσοχή καί Προσευχή εἶναι τό μέσον μέ τό ὁποῖον θά κατορθώσῃ ὁ πιστός νά ἀνέλθῃ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς Κλίμακος, ἀρχίζοντας ἀπό τή μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος καί φθάνοντας στήν καθαρότητα τῆς καρδίας, γιά νά ἀξιωθῇ νά σταθῇ μπροστά στό Θεό καί νά ἀπολαύσῃ τό ἄπειρον κάλλος τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, νά δῇ τόν Θεόν αὐτόν καθώς ἐστί.



        Ὁ  πιστός γιά νά φθάσῃ στήν κορφή  ὀφείλει νά ἀγωνίζεται ἀκολουθῶν τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Νά προσπαθῇ  μέ Προσοχή, Προσευχή, νῆψι καί ἐγρήγορσι καί μέ νηστεία δεκτή, νά κυριεύῃ τό Ἐγώ του, νά συναισθάνεται τήν οὐτιδανότητά του,  νά στέκεται μακρυά ἀπό κάθε ψευτιά καί ὑποκρισία, πρᾶος καί ταπεινός τῇ καρδία, νά ἀγαπᾷ τή δικαιοσύνη, νά νικᾷ τό Κακόν καί τήν ἁμαρτία, νά ἔχῃ στήν καρδιά του τή βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, νά εἶναι νεκρός, γιά τόν κόσμον καί τά κοσμικά, νά ἔχῃ τήν πνευματική ὡριμότητα, ὥστε  νά ἐλέγχῃ κάθε του σκέψι, κάθε του λόγο καί κάθε του πρᾶξι καί νά διαφυλάττῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Μέ μιά λέξι νἆναι ἡ  ζωή του  ὕμνος δοξολογίας στό Λυτρωτή.
      Εἶναι γλυκειά καί ὡραία ἡ πνευματική ζωή. Ἐκεῖνος, πού ἔχει μέσα στήν καρδιά του τό Χριστό, ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ,  βλέπει στό κάθε του βῆμα τό Θεό, κάνει τήν ψυχή καί τή ζωή του Παράδεισο. Ζῆ ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς.
 Γιά τή διατήρησι τῆς παραδεισιακῆς αὐτῆς ζωῆς  ὀφείλει  νά βλέπῃ, νά ἀγρυπνῇ, νά προσέχῃ καί νά προσεύχεται ἀδιαλείπτως, ὥστε νά «μή γένηται ῥῆμα κρυπτόν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀνόμημα» (Πρβλ. Δευτερ. ιε΄ 9),   νά μήν ἐμφιλοχωρῇ ἀκάθαρτη σκέψι μέσα στήν καρδιά του, νά μή χάνῃ  τήν καθαρότητά του.
    σο  βρίσκεται στήν ἀνθρώπινη διάστασι  ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει. Ὁ ἐχθρός ἐλλοχεύει. Εἶναι σκληρός ὁ ἀγῶνας καί τό ἔπαθλο μεγάλο. Χρειάζεται διαρκής ἐπαγρύπνησις (νῆψις).
      Πολλές φορές, ὁ κακός μας ἑαυτός  ἤ ὁ Διάβολος, μᾶς πειράζει καί στόν ὕπνο. Δέν ἔχουμε ἥσυχον, «ὕπνον ἐλαφρόν», ἀλλά πολύ ταραγμένον. Συστρατεύονται σατανικές, ἀπρεπεῖς φαντασίες, αἰσχρές, βλαβερές, σαρκικές ἐπιθυμίες, καί ἔρχονται στόν ὕπνο μας νά μολύνουν τήν ψυχή μας. Καί ξυπνᾶμε τό πρωῒ, μέ εἰκόνες ντροπῆς, καί λέμε: «Εὐτυχῶς ἦταν ὄνειρο». Ὅμως, δυστυχῶς, ἀφήνουν στήν ψυχή μας μιά μικρή, ἀλλά δυνατή ὀσμή δυσωδίας.
      Στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας, ὁ ἀπωθημένος ρύπος προβάλλεται καί χρειάζεται περισσότερη ἄσκησι, προσοχή καί προσευχή, νά καθαρίσουμε τή λάσπη, τό ρύπο, πού σωρεύεται ἐκεῖ στό ἀσυνείδητο, προβάλλεται δέ  καί μᾶς ταράζει σέ ἀνύποπτο χρόνο.



«Καθάρισον, Κύριε,  τόν ρύπον τῆς ψυχῆς
   μου.  Λυπήσου με καί σῶσον με,  Ἀγαθέ,
   ὡς Φιλάνθρωπος».


       Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος γράφει στό Θεόδουλο καί τονίζει ὅτι «ταπείνωσις καί κακοπάθεια, πάσης ἁμαρτίας ἐλευθεροῦσι τόν ἄνθρωπον· ἡ μέν τά τῆς ψυχῆς, ἡ δέ τά τοῦ σώματος περικόπτουσα πάθη. Διά τοῦτο λέγει ὁ Κύριος· Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται· αὐτόν καί τούς ἐν αὐτῷ  θησαυρούς, ὅταν δι' ἀγάπης καί ἐγκρατείας ἑαυτούς καθάρωσι· καί τοσούτῳ πλέον, ὅσῳ τήν κάθαρσιν ἐπιτείνωσι» (Φιλοκαλ. Α΄ 152, οε΄ Ἴδε καί  Ἁγ. Μαξίμου, περί ἀγάπης, 100άς δ΄ οβ΄ Φιλοκλ.Β  48).
     Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως ἔχουμε πῆ, ἔχει ὁ ἴδιος προσωπική ἐμπειρία, καί διακηρύττει ὅτι ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις, γιά νά ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε τόν Κύριο. Γι'  αὐτό συμβουλεύει λέγοντας: «Εἰρήνην διώκετε μετά πάντων καί τόν ἁγιασμόν, οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον» (Ἑβρ. ιβ΄14).
     Ἁγιασμός εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό κάθε ἄγος, ἀπό κάθε μίασμα, ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος καί ἡ διαφύλαξι ὁλοκληρωτικῆς καί ἄχραντης καθαρότητος, πού κατορθώνεται μέ τη λατρεία τοῦ Θεοῦ «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ»  καί τήν πιστή τήρησι τῶν Ἐντολῶν Του.
       Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ εἶναι συνέπεια τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, ἀλλά εἶναι καί τό ἔπαθλον, πού χαρίζει ὁ Θεός σέ ὅλους ἐκείνους, πού ἀγωνίζονται τόν καλόν ἀγῶνα καί κατορθώνουν νά διαφυλάξουν ἤ νά ἀποκτήσουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ εἶναι Χάρις, δωρεά εἰς τόν καθαρόν ἄνθρωπον. Ὁ  Θεός, δηλαδή, ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται στόν πιστόν «κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως αὐτοῦ», ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας του.
      Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ  στήν παροῦσα ζωή, ἀλλά καί στή μέλλουσα, συνιστᾶ τήν μακαριότητα τῶν δικαίων. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρά, εὐφροσύνη καί ἀγαλλίασι, γιά τόν δίκαιον ἄνθρωπον, ἀπό τό νά ἀξιωθῇ νά βλέπῃ τόν Θεόν «αὐτόν καθώς ἐστί».
     Πιστεύουμε βέβαια ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ἀσώματος καί ἀόρατος καί ἄψαυστος τῇ φύσει» καί δέν εἶναι δυνατόν νά Τόν δοῦμε μέ φυσικό τρόπο. Γνωρίζουμε  ὅτι ὁ Θεός δέν ἔχει καμμιά μορφή οὔτε σῶμα. Δέν μποροῦμε νά Τόν ψαύσουμε μέ τά χέρια ἤ νά Τόν δοῦμε μέ τά σωματικά μας μάτια. Εἶναι Πνεῦμα. Καί σάν Πνεῦμα  ὁ Θεός εἶναι «ἄπειρος, ἀόριστος καί ἀσχημάτιστος, ἀναφής καί ἀόρατος», ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
      ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι, ἄν κάποιος ἄνθρωπος ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶδε τό Θεό μέ σωματικό τρόπο, αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός πραγματικά ἀγνοεῖ τό Θεό καί λέγει ὅτι ὁ ἀόρατος Θεός εἶναι ὁρατός.
      ταν ὁ Μωϋσῆς παρεκάλεσε τό Θεό νά τοῦ φανερωθῇ («ἐμφάνισόν μοι σεαυτόν»), ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «Οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τό πρόσωπόν μου· οὐ γάρ μή ἴδῃ ἄνθρωπος τό πρόσωπόν μου καί ζήσεται» (Ἔξοδ. 33, 20).
      Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης Ἰωάννης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς ἐώρακε πώποτε» (Ἰωάν. α΄ 18). Καί στήν πρώτη του καθολική ἐπιστολή λέγει: «Θεόν οὐδείς πώποτε τεθέαται» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 12). Καί ὁ Παῦλος σχετικά λέγει ὅτι ὁ Θεός: ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὅν εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α΄Τιμ. στ΄ 16).
   ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ὅτι «ἡ θεία φύσις αὐτή καθ' ἑαυτήν ὅ,τι ποτέ κατ' οὐσίαν ἐστί πάσης ὑπέρκειται καταληπτικῆς ἐπινοίας, ἀπρόσιτός τε καί ἀπροσπέλαστος  οὖσα ταῖς  στοχαστικαῖς ἐπινοίαις, καί οὔπω τις ἀνθρώποις πρός τήν  κατανόησιν τῶν ἐκλήπτων (αὐτῶν πού δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν) ἐξεύρηται δύναμις, οὐδέ τις ἔφοδος καταληπτική τῶν ἀμηχάνων ἐπενοήθη. Διό καί ἀνεξιχνιάστους τάς ὁδούς αὐτοῦ  ὁ μέγας ὀνομάζει Ἀπόστολος, σημαίνων διά τοῦ λόγου τό ἀνεπίβατον εἶναι λογισμοῖς τήν ὁδόν ἐκείνην, ἤ πρός τήν γνῶσιν τῆς θείας οὐσίας ἄγει... Τοιοῦτος δέ ὤν κατά τήν φύσιν ὁ ὑπέρ πᾶσαν φύσιν, ἄλλῳ λόγῳ καί ὁρᾶται καί καταλαμβάνεται ὁ ἀόρατός τε και ἀπερίγραπτος». Δηλαδή: «Ἡ θεία φύσις ὅ,τι εἶναι στήν οὐσία της αὐτή καθ' ἑαυτή, εἶναι πάνω ἀπό κάθε καταληπτική ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ἐπειδή εἶναι ἀπρόσιτη καί ἀπροσπέλαστη μέ ὑποθέσεις καί δέν ἔχει βρεθεῖ καμμιά δύναμις ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά τήν κατανόησιν αὐτῶν, πού δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν οὔτε ἐπινοήθηκε καμμιά μέθοδος, γιά τήν κατανόησι τῶν ἀκατανοήτων. Γι' αὐτό καί ὁ μεγάλος Ἀπόστολος ὀνομάζει «ἀνεξιχνίαστους» τούς δρόμους Του (Ρωμ.ια΄ 33), σημαίνοντας μέ τό λόγο του αὐτό ὅτι οἱ λογισμοί μας δέν μποροῦν νά βαδίσουν τό δρόμο αὐτό, πού ὁδηγεῖ στή γνῶσι τῆς θείας οὐσίας... Ἐπειδή εἶναι τέτοιος στή φύσι αὐτός πού εἶναι πάνω ἀπό κάθε φύσι, μέ ἄλλο τρόπο καί βλέπουμε καί καταλαβαίνουμε Αὐτόν πού εἶναι  ἀόρατος καί ἀπερίγραπτος» ( Εἰς Μακαρισμούς, λόγος Στ΄ Migne P.G. 44, 1268. καί ΒΕΠΕΣ 66, 408, 21-32).
     φοῦ, λοιπόν, ὁ Θεός εἶναι ἀόρατος καί κανείς ἀπό τούς ἀνθρώπους οὔτε Τόν εἶδε οὔτε μπορεῖ νά Τόν δῇ, πῶς ὁ Κύριος λέγει ὅτι θά Τόν δοῦν «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ»; Μέ ποιό τρόπο θά μπορέσουν νά δοῦν τό Θεό;
      Εἶναι αὐτονόητον ὅτι ἄν βλέπαμε τό Θεό μέ φυσικό τρόπο, τότε ὁ Θεός θά ἦταν περιορισμένος σέ ἕνα φυσικό περίγραμμα καί δέν θά ἦταν  Θεός. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά δῇ τόν Θεόν. Ὁ Θεός ὅμως μπορεῖ νά ἀποκαλυφθῆ, νά φανερωθῆ στόν ἄνθρωπο. Καί θά φανερωθῇ στόν καθένα, ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί θά φανερωθῇ τόσον, ὅσον μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δεχθῇ αὐτή τήν θείαν φανέρωσιν. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8). Ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι «Ὄψιν ἐνταῦθα φησίν, ἥν ἀνθρώπῳ δυνατόν ἰδεῖν» (Migne P.G. 57, 228 παρβλ. καί ἀρχ. Σχόλια ἐν Migne P/G. 106, 1088). «Ὄψιν ἐνταῦθα καλῶν τήν ὡς  ἐστίν ἀνθρώπῳ δυνατόν ἰδεῖν τήν ἀόρατον ἁπάντων ἀρχήν».
          «Τόν Θεόν ὄψονται» σημαίνει ὅτι ὁ Θεός θά ἀποκαλυφθῇ στούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ καί θά τούς φανερώσῃ τή δόξα Του. Σημαίνει ὅτι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ θά ἀποκτήσουν τέλεια γνῶσι τοῦ Θεοῦ, ὅσον βέβαια εἶναι δυνατόν στόν ἄνθρωπο. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον θά δοῦν τόν Θεόν, ὅσοι κατόρθωσαν νά ἀποκτήσουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί νά τή φυλάξουν ἕως τέλους, εἶναι πνευματικός. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὅμοιος μέ τόν Θεόν, Θεός κατά χάριν. Γίνεται δεκτικός τῆς Χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού θά τόν ὁδηγῇ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. ιστ΄ 13). «Ἡ γάρ καθαρά καρδία, τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου γενομένη ὅλη χωρητική, ὅλον αὐτόν καθαρῶς ἐνοπτρίζεσθαι τόν Θεόν» (Ἀββᾶ Φιλήμονος, λόγος ἐν Φιλοκαλ. Β΄ 249, 35).
     ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι «ὁ τήν καρδίαν καθαράν ἐργασάμενος, οὐ μόνον τῶν ἐπιβεβηκότων καί μετά Θεόν  γνώσεται τούς λόγους, ἀλλά καί αὐτόν ποσῶς μετά τήν τῶν ὅλων διάβασιν ἐνορᾷ τόν Θεόν, ὅπερ ἐστιν ἀκρότατον τέλος τῶν ἀγαθῶν» (Περί Θεολογ. ἐν Φιλοκαλ. Β΄ 85, π΄).
      Κύριος ὑπόσχεται στούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ, ὅτι θά δοῦν τό Θεό. Καί γνωρίζουμε ὅτι τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις Του. Συνεπῶς, ὁπωσδήποτε, οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ θά δοῦν τό Θεό. «Σαρκός μέν ὀφθαλμοῖς θεωρῆσαι τόν Θεόν, ἀδύνατον· τό γάρ ἀσώματον σαρκός ὄμμασιν ὑποπίπτειν οὐ δύναται» (Κυρίλλου Ἱεροσολ. Κατηχ. Θ΄ ΒΕΠΕΣ 39, 110, 18), ἀλλά ὁ ἀπρόσιτος Θεός, γίνεται προσιτός ἄνθρωπος καί ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ.


       Γι' αὐτό καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς ἐώρακε πώποτε· ὁ μονογενής Υἱός ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ πατρός ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α΄ 18). Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ δηλαδή, τέλειος Θεός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη  ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, καί  μᾶς ἐξήγησε τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί  μᾶς ἐφανέρωσε ὅτι κανείς μέν  δέν εἶδε ποτέ τόν Θεόν, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Υἱός, τέλειος Θεός, ἐφανερώθη ἐν σαρκί καί ἐγνώρισε σέ μᾶς τόν Πατέρα. Ὅταν «ὁ Φίλιππος τοῦ εἶπε· Κύριε , δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα καί ἀρκεῖ ἡμῖν», ὁ Κύριος ἀπήντησε: «Τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καί οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε;  Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα· καί πῶς σύ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα; Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγώ ἐν τῶ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστι;» (Ἰωάν. ιδ΄ 8-10).
         
 

       Ὁ Κύριος ἐμφανίζοντας τόν ἑαυτόν Του, ἀποκαλύπτει σέ μᾶς τόν Πατέρα. Ἡ φανέρωσι τοῦ Ἰησοῦ προϋποθέτει πάλι τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. «Θεόν οὐδείς οὐδέποτε ὄψεται ἀκάθαρτος ὤν καί μεμολυσμένος τοῖς πάθεσιν», λέγει  ὁ Ὠριγένης. «Ὁ γάρ ὀφθαλμός τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τοῖς τοῦ βίου ὀχληροῖς συγκαλυπτόμενος διά τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς ἀνεγείρεται καί ὁρᾷ τό φῶς, καί δι' αὐτοῦ τόν Θεόν» (Ὠριγ. Ἀπόσπ. ἐκ τῶν Σειρῶν, 86, ΒΕΠΕΣ 14,19 ἑξ.).
     Ὠριγένης ἐπίσης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς ὁρᾷ προσβαλών νοήσει τῇ ἑαυτοῦ, ὥσπερ κατ' ἐπιβολήν ὄψεως ὁρᾶν λεγόμεθα τά ὁρατά. Ὁρᾶται δέ καί Θεός οἷς ἐάν κρίνῃ ὁραθῆναι ἀποκαλύπτων ἑαυτόν. Εἰ γάρ ἑώρα τις τόν Θεόν, οὕτως ἐθεώρει αὐτόν, ἵν' οὕτως εἴπω, οἷος καί ὅσος ἐστίν. Ἐπεί δέ μή αὐτός ὁρᾷ, ἀλλά Θεός ἑαυτόν δείκνυσιν, ὡς οἷόν τέ  ἐστιν τοῖς γενητοῖς  παρέχει ἑαυτόν εἰς κατανόησιν· καθώς καί ὁ Σωτήρ φησι· Καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν. Οὐ γάρ εἶπεν· ἐκεῖνός με ἴδῃ, ἀλλ' ἐγώ ἐμαυτόν ἐκείνῳ ἐμφανίσω» (Ἀπόσπ. ΧΙV ἐκ τῶν Σειρῶν, ΒΕΠΕΣ 12, 345, 16--23). Προϋπόθεσις ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ ὁποία ἀποκτᾶται μέ τήν πιστή καί ἀκριβῆ τήρησι τῶν Ἐντολῶν, μέ τή γνήσια ἀγάπην, μέ τήν  ἐν Χριστῶ ζωήν.

      Κύριος λέγει: «Ὁ ἔχων τάς Ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δέ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ πατρός μου, καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ΄ 21).
     Μέ τήν τέλεια ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος «τά αἰσθητά καί πάντα τά ἀνθρώπινα διαβάς, ἄνω μετάρσιος γίνεται, καί τόν Λόγον ἰδών, ὁρᾷ ἐν αὐτῷ τόν Πατέρα, ἡδόμενος ἐπί τῇ τούτου θεωρίᾳ, καί ἀνακαινούμενος ἐπί τῷ πρός τοῦτον πόθῳ» (Μεγ. Ἀθανασίου, λόγος κατά Ἑλλήνων, 2  ΒΕΠΕΣ 30, 32, 40 ἑξ.).
     Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει ὅτι «ὁ πάσης ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα. Ἱκανή γάρ ἡ τῆς ψυχῆς καθαρότης ἐστί τόν Θεόν δι' ἑαυτῆς κατοπτρίζεσθαι» (Ἑρμην. εἰς Ματθ. ΒΕΠΕΣ 35, 21, 15-17. Παρβλ. καί τοῦ ἰδίου λογ. κατά Ἑλλήνων 2, ἐν ΒΕΠΕΣ 30, 33,6 καί Γρηγορίου Νύσσης εἰς Μακαρισμούς, λόγ.6 ἐν Migne P.G.44, 1269).
      Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ρίχνοντας φῶς στό δρόμο  τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς,  λέγει ὅτι
«τό τέλος καί ὁ σκοπός τῆς παραγγελίας μου εἶναι ἀγάπη ἀπό καθαρή καί ἀνιδιοτελῆ καρδιά καί ἀπό συνείδησιν ἀγαθήν, πού δέν τήν ταράσσουν τύψεις καί ἀπό ἀνυπόκριτη,  ἀπό  εἰλικρινῆ καί ὀρθή πίστι» (παρβλ. Α΄Τιμόθ. α΄ 5).
      Ἡ γνήσια ἀγάπη καί ἡ καθαρότης τῆς καρδίας ἔχουν τή δύναμι νά ἑλκύουν τόν ἀόρατον καί ἀνώτερον πάσης κατανοήσεως Θεόν, ὥστε νά  κατασκηνώνῃ στίς καρδιές, πού ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὁ  Ἰωάννης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς πώποτε τεθέαται». Κανείς δέν μπόρεσε νά δῇ τό Θεό, κανείς δέν μπόρεσε νά γνωρίσῃ τήν φύσιν καί τήν οὐσίαν Του. Ἀλλά προσθέτει ὁ Ἰωάννης ὅτι «Ἐάν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεός ἐν ἡμῖν μένει καί ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη (πλήρης καί τελεία) ἐστίν ἐν ἡμῖν» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 12).
     Θά πρέπει νά σημειωθῇ ἐδῶ ὅτι κάθε ἔργο πίστεως, κάθε ἀρετή τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι κατά πρῶτον λόγον καρπός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τῆς  Χάριτος τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐνεργεῖ, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, μέσα στήν ψυχή μας.
      Ὁ  ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σχετικά λέγει:
«Πᾶν γάρ εἶδος ἀρετῆς ἐν ἡμῖν ἐνεργοῦντος τοῦ Θεοῦ ἡμῖν προσγίνεται» (Ὁμιλ.33 ἐν Migne P.G. 151,416D).
      καθαρότητα τῆς καρδίας ἐφελκύει τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, δέχεται «ἔλαμψιν». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι «ἔλαμψίς ἐστιν ἄρρητος ἐνέργεια, ὁρωμένη ἀοράτως καί νοουμένη ἀγνώστως» (Φιλοκλ. Δ΄ 272, οστ΄).
     «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8). Ὁ Θεοφύλακτος λέγει ὅτι «καθώς ὁ καθρέπτης, ὅταν εἶναι καθαρός, τότε δέχεται τάς ὄψεις τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι καί ἡ καθαρά ψυχή, δέχεται τήν ὄψιν τοῦ Θεοῦ καί τήν νόησιν τῶν Γραφῶν».
        καθαρότητα τῆς καρδίας εἶναι, ὅσο  εἶναι δυνατόν στόν ἄνθρωπο, τέλεια καί πλήρης γνῶσι τοῦ Θεοῦ.  Τελικός σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς εἶναι ἡ ὁμοίωσίς του μέ τό Θεό, νά γίνῃ κατά χάριν Θεός. Πραγματοποιεῖ δέ αὐτόν τόν σκοπόν, ὅπως ἔχουμε πῇ, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τή δική Του ἐπίπονη προσωπική προσπάθεια. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας πραγματοποιεῖ τήν ὅμοίωσί του μέ τόν Θεόν καί γίνεται ἄξιος νά δῇ τό Θεό ἤ καλλίτερα ἀξιώνεται τῆς χαρᾶς νά ἐμφανίζῃ ὁ  Θεός τόν ἑαυτόν Του εἰς αὐτόν.
       Ὅσο ὁ πιστός προκόπτει στίς ἀρετές καί τελειοποιεῖται, ὅσο καθαρίζει τήν καρδιά του ἀπό κάθε ρύπο καί γίνεται ἅγιος καί ἄμωμος, τόσον δέχεται καί τή Χάρι τῶν θείων ἀποκαλύψεων. Εἶναι βέβαια αὐτονόητο ὅτι σ' αὐτόν τόν κόσμο φανέρωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι σκιώδης (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 12). Τήν πλήρη γνῶσι καί φανέρωσι θά δεχθοῦν οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, στή θεία διάστασι, στήν  αἰώνιον ζωήν. Καί σ' αὐτό συνίσταται ἡ αἰώνιος ζωή: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦ Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ΄ 3).
     « ὑψίστη δέ ἐκδήλωσις ἅμα καί πηγή τῆς μακαριότητος τῶν δικαίων ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ θά εἶναι ἡ διαρκής καί ἀδιατάρακτος διά θέας ἀπόλαυσις τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ καί ἡ λατρεία αὐτοῦ» (Π.Μπρατσιώτου, Ἀποκάλυψις, Ἀθήνα 1950, σελ.317).
      Παράβαλε καί τή λαχτάρα  τοῦ Δαβίδ:
«Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τήν δόξαν σου». «Πληρώσεις με εὐφροσύνης μετά τοῦ προσώπου  σου, τερπνότητος ἐν τῇ δεξιᾷ σου εἰς τέλος» (Ψαλμ.16,15 καί 15,11), κλπ.
      Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης Ἰωάννης εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος, γιά τήν πραγματοποίησι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ πρός τούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ, ὅτι δηλαδή θά βλέπουν τόν Θεόν «αὐτόν καθώς ἐστιν» αἰωνίως (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 2-3).
      Τήν  αἴσθησι τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἔχει ὁ πιστός, ὅταν συνειδητά γίνεται μέτοχος τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅταν, δηλαδή, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς οὐτιδανότητός του μπροστά στόν πανάγιον Θεόν, καί μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέρχεται καί κοινωνῇ τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε γίνεται «σύσσωμος καί σύναιμος, μέ τόν Χριστόν, θεοφόρος, χριστοφόρος καί πνευματοφόρος» καί ἀξιώνεται καί λαμβάνει τήν τελειωτική καθαρότητα τῆς ψυχῆς καί βλέπει τόν Θεόν «ὅσον ἐφικτόν ἐστιν ἡμῖν ἰδεῖν καί γνῶναι», ὅπως λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός.



    Μέ τή θεία Κοινωνία ὁ πιστός λυτρώνεται ἀπό τά πάθη του καί ἐπιτυγχάνει τήν ἕνωσί του μέ τό Θεό. Ἀρχίζει δηλαδή ἀπό ἐδῶ, νά ζῆ τήν αἰώνιον ζωήν καί νά εὐφραίνεται μέ τή θέα τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὅρασιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ Προσώπου Του
        Ὁ ἅγιος Μακάριος καί μαζί του κάθε πιστός ἐρωτᾷ:
       «Τίς δέ Χριστιανῶν ἀληθινή  κατάπαυσις ἑτέρα ἤ τῶν τῆς ἁμαρτίας παθῶν ἀπολύτρωσις καί ἡ πληρεστάτη καί ἐνεργής τοῦ ἀγαθοῦ Πνεύματος ἐν τῇ καθαρᾷ καρδία ἐνοίκησις;» (Φιλοκαλία Γ΄ 182)
         Πανευτυχεῖς, πράγματι «μακάριοι (εἶναι) οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, διότι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8).
  Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ θεϊκή συγκατάβασι. Καιρός νά ἐναποθέσουμε τήν Ψυχή μας στό Θεό. Νά κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Νά ξεπλύνουμε τήν καρδιά μας ἀπό τή λάσπη καί ἀπό κάθε ρύπο, ὥστε νά γίνῃ Θρόνος καί Κατοικητήριον Θεοῦ. Καιρός  νά γίνῃ ἡ ζωή μας στή γῆ ἀκατάπαυστος ὕμνος Εὐχαριστίας στό Λυτρωτή. Αὐτός μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό πανάγιον αἷμα Του, ὥστε νά ἀπολαμβάνουμε τή θεία Δόξα, νά βλέπουμε τόν Θεόν αὐτόν καθώς ἐστι. Αὐτός ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλεῖς καί ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί πατρί αὐτοῦ, αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» ( παρβλ.Ἀποκ. α΄ 5-6).

       
    

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου