Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ





Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ
καί ὁ δικός μας Σταυρός.





«Ὅστις  θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν
σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι»
                                             (Μάρκ. η΄  34).

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν...»



Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, μέ τή θέλησί μας, ἀπομακρυνθήκαμε καί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Πηγήν τοῦ ζῶντος ὕδατος, ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν, ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας καί ζοῦμε, χάρις στήν μακροθυμία Του, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, «ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ» (Ψαλμ. 62,2), προσπαθῶντας νά ξεδιψάσουμε τή δίψα μας, νά ἱκανοποιήσουμε τίς μεταφυσικές μας ἀνησυχίες, στά «λασπονέρια τῆς ἀποστασίας», «σέ λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱερεμ. β΄ 13).
Δεινά, ὀδυνηρά εἶναι τά προϊόντα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τό Θεό. Στενοχώριες, θλίψεις, πόνος, ὀδύνη, Θάνατος, ὅτι «τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. στ΄ 23). Εἶναι ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια ὅτι μετουσιώσαμε τόν παράδεισο τῆς τρυφῆς, σέ τόπο Ὀδύνης, σέ «χοιροστάσι», σέ κόλασι. Ἀφήσαμε τή ζεστασιά τῆς Πατρικῆς Ἑστίας. Χάσαμε τή στοργή καί τήν τρυφερότητα. Περιφρονήσαμε τό οὐράνιο Μάννα, «τόν ἄρτον τοῦ Θεοῦ τόν ἀληθινόν»(Ἰωάν. στ΄ 32), ἀπεμπολήσαμε «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», προσπαθῶντας νά χορτάσουμε τήν πεῖνα μας, μέ «τά ξυλοκέρατα», «ἀπό τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι» (Λουκ. ιε΄ 16), καί ἔτσι, μέ τήν κακή μας θέλησι, φθάσαμε στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι, στά πρόθυρα τοῦ σωματικοῦ καί τοῦ ψυχικοῦ θανάτου, ἀρνούμενοι τόν οὐράνιον ἄρτον.
Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῇ ὅτι, ὅποιος δέν τρέφεται μέ τόν ἄρτον τῆς ζωῆς, τόν Χριστόν, ὁδεύει σίγουρα πρός τόν αἰώνιον θάνατον, διότι «ὁ ἄρτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ» (παρβλ. Ἰωάν. στ΄ 33). Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ὁ «διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα» (Πράξ. ιζ΄ 25).



Καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, μακροθυμεῖ καί μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του:
«Δεῦτε πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’  ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν»  (Ματθ. ια΄ 28-30). Θέλει ὁ Πανάγαθος τή σωτηρία ὅλων μας. Μᾶς καλεῖ κοντά Του,γιά νά βροῦμε γαλήνη καί ἀνάπαυσι καί νά μάθουμε ἀπό Αὐτόν καί νά βιώσουμε τήν τέλεια Ἀγάπη, νά γνωρίσουμε καλά, νά ἀποκτήσουμε ἐπίγνωσιν (πλήρη γνῶσιν) τῆς Ἀληθείας.

         «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τις 
          ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου...» (Ἀποκ. γ΄ 20).

Ἡ ἄπειρη ἀγάπη, ὁ Θεός, «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4), καί ἐνῶ ὡς παντοδύναμος, δύναται καί πάντας ἠναγκασμένως πορεύεσθαι, ὡς Ἀγαθός καί  πάνσοφος ,  οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον».
Μᾶς καλεῖ κοντά Του καί λέγει: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάτω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθήτω μοι» (Μάρκ. η΄ 34).
Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Σέβεται τό θεῖον δῶρον τῆς ἐλευθερίας μας. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν...».
«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» (Ἰωάν. ζ΄ 37).
Ὁ καθένας εἶναι ἐλεύθερος νά δεχθῇ ἤ νά ἀρνηθῇ τήν πρόσκλησι. Δέν ἔχει ἀξία ἡ πρᾶξις, πού γίνεται μέ τή βία, μέ ἐξαναγκασμό. Ἀξία ἔχουν οἱ πράξεις, πού γίνονται μέ τή θέλησί μας καί μέ εὐχαρίστησι.
Κύριος μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς καλεῖ, ἄν θέλουμε νά Τόν ἀκολουθήσουμε. Νά Τόν ἐγκολπωθοῦμε καί νά κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Δέν μᾶς ὑπόσχεται ἀπολαύσεις καί χαρές. Ἀλλά,  ἀπό ὅλους ἐκείνους, πού θά θελήσουν νά Τόν ἀκολουθήσουν, ζητεῖ πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας.
Κανείς δέν ὑποχρεώνεται νά Τόν ἀκολουθήσῃ. Ἅν ὅμως πάρῃ τήν ἀπόφασι νά Τόν ἀκολουθήσῃ ὀφείλει:
α) Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν,
β) Ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί
γ) Ἀκολουθήτω μοι, λέγει ὁ Κύριος.
Προτάσσει ὁ Κύριος τήν νέκρωσι τῶν παθῶν. Νά ἀπαρνηθοῦμε τόν κακόν μας ἑαυτόν, τά πάθη καί τίς κακίες μας, τίς κακές μας συνήθειες.  Νά ἀπαρνηθοῦμε, λέγει ὁ Παῦλος, «νά ἀποθέσουμε, σάν ἄλλο βρωμερό ἔνδυμα, τόν παλαιόν  τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπον, τόν ἀκάθαρτο βίον, πού κατ’ ἐξακολούθησιν μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό τό Κακόν στό χειρότερο καί μᾶς διαφθείρει μέ τίς ἐπιθυμίες, πού προκαλεῖ ἡ ἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, καί ὡς πιστοί ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου μας, νά ἀνανεωθοῦμε ψυχικά καί πνευματικά καί νά ἐνδυθοῦμε, μέ τή θέλησί μας, τόν ἀρχηγόν τῆς πίστεώς μας, τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (παρβλ. Ἐφεσ. δ΄ 22-24). Καί ἀφοῦ ἀπαρνηθοῦμε τόν κακόν μας ἑαυτόν, νά σηκώσουμε ὕστερα τό δικό μας Σταυρό. Νά σηκώσῃ ὁ
καθένας μας τό δικό του Σταυρό: «καί ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ».
Ἀφοῦ, δηλαδή, κατά τόν Παῦλον, «καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος», ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, νά σηκώσῃ ὁ καθένας μας τό δικό του, τόν προσωπικό του Σταυρό. Νά ἐπιτελῇ, νά πραγματοποιῇ, νά φέρῃ σέ τέλειον πέρας τά δικά του καθήκοντα, τό προσωπικόν του Χρέος, νά ὑπομένῃ τίς θλίψεις καί τίς στενοχώριες τῆς ζωῆς. «Νά ὁμολογῇ τήν πίστι του στό Χριστό, νά σηκώνῃ τόν προσωπικό του σταυρό, ἀγογγύστως, μέ ὑπομονή, μέ τρυφερότητα καί γνήσια ἀγάπη καί νά ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»(πρβλ. Α΄Κορινθ. ζ΄ 1 ).
Τότε καί μόνον τότε, ἐμφορούμενος ἀπό τό πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας, θά μπορῇ νά τηρήσῃ καί τόν τρίτον ὅρον τό· ἀκολουθήτω μοι. Δηλαδή:
Τότε καί μόνον τότε θά μπορέσῃ νά ἀκολουθῇ τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, νά μιμῆται τόν Χριστόν, «νά ἀκολουθῇ τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἄν ὑπάγῃ» (Ἀποκ. ιδ΄ 4), νά «περιπατῇ ἐν ἀγάπῃ, νά ἀγαπᾷ τούς  συνανθρώπους του, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ. ε΄ 1-2).



Τότε καί μόνον τότε θά κατανοήσῃ τό βαθύτερο νόημα τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ καί, μέ ὅπλον τόν Τίμιον Σταυρόν Του, θά σηκώσῃ τόν προσωπικό του Σταυρό ὁ καθένας μας καί, ὄχι μόνον μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του, θά προσκυνῇ τόν Τίμιον Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά θά προσκυνῇ καί θά ὑμνῇ καί θά δοξολογῇ σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν, τόν Κύριόν μας τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα». Ἀμήν.













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου