Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ. ΙΓ.




«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται» 13ο



«Μή ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδέ  τῇ γλώσσῃ, ἀλλ’ ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 18).
Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης, «ὁ ἠγαπημένος» Ἰωάννης, διακηρύττει ὅτι «ἐν Χριστῷ» ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπό μας πρέπει νά ἐκδηλώνεται ὄχι μόνον μέ λόγια καί μέ τή γλῶσσα, ἀλλά κυρίως μέ  πραγματικά ἔργα, εὐεργετικά, ὄχι ψεύτικα, ἀλλά ἀληθινά. «Τεκνία μου», λέγει, «μή ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδέ τῇ γλώσσῃ, ἀλλ’ ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ».

Ὁ πραγματικά ἐλεήμων ἄνθρωπος ἐκφράζει τήν ἀγάπη του μέ τά εὐεργετικά του ἔργα καί μέ τήν εἰλικρίνεια, πού ἐπιβάλλει ὁ Θεός. Ζῆ μέ τή συναίσθησι ὅτι ὀφείλει νά εἶναι μιμητής τοῦ μόνου καί μεγάλου Ἐλεήμονος Θεοῦ.


Προσπαθεῖ σέ ὅλη τή ζωή του νά εἶναι ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ, ὅπως ὀ Θεός.

Ἐπιδιώκει νά τηρῇ τόν ἔμφυτον σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους Ἠθικό Νόμο, τόν Νόμο, πού ὁ Πανάγαθος ἔχει φυτέψει στίς καρδιές ὅλων τῶν ἀνθρώπων, τόν Νόμον τῆς Ἀγάπης Του, πού εἶναι συγχρόνως καί ἡ βασική Ἀπόδειξις τῆς ὑπάρξεώς Του, τῆς πανταχοῦ Παρουσίας Του καί τῆς Προνοίας Του,γιά τά πλάσματά Του.
Κάθε πιστός  κατανοεῖ ὅτι τά ἀγαθά, ὑλικά καί πνευματικά, εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, καί τά   ὁποῖα ἔλαβε μέ σκοπό νά τά διαχειρίζεται, ὅπως θέλει ὀ Θεός, πρός ἐνίσχυσιν καί ἀνακούφισιν τῶν ἀδελφῶν καί νά μήν κάνῃ ποτέ κατάχρησιν, ἀλλά καλή χρῆσιν. Νά ἐπιδιώκῃ τό κάθε του βῆμα νά εἶναι ἔλεος, ἐλεημοσύνη σωστή, ὅπως τή δίδαξεν ὁ Χριστός. Νά ἀγωνίζεται ἔτσι, ὥστε ὁλόκληρη ἡ ζωή του νά εἶναι Προσφορά στό Βωμό τῆς Ἀγάπης, θυσία στό Θεό «εἰς ὀσμήν εὐωδίας». Νά συνειδητοποιεῖ τόν ὕμνον, πού ψάλλει στή Θ. Λειτουργία: «Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα».




Πολλοί ἀποδέχονται τήν ἀγάπη μέ τά λόγια καί τήν ἐπιδεικνύουν μέ τή γλῶσσα. Ἀλλά, ὅπως εἶναι φανερόν, οἱ φιλοφρονήσεις καί τά κολακευτικά, τά ψεύτικα, τά παρηγορητικά  λόγια, δέν θεραπεύουν τίς ἀνάγκες. Καί οἱ ψεύτικες ὑποσχέσεις, πού στήν πραγματικότητα εἶναι καθαρές ὑπεκφυγές καί φαρισαϊκή ὐποκρισία, δέν εἶναι γνωρίσματα τῶν πιστῶν Χριστιανῶν.

Ὁ ἐλεήμων συνοδεύεται ἀπό εἰλικρινεῖς ἐκδηλώσεις γνήσιας ἀγάπης, στοργῆς καί τρυφερότητος, ἀπό  ὁλόψυχη συμπάθεια, πού ἀποδεικνύεται μέ ἔργα, μέ ὑπηρεσίες καί κόπους καί θυσίες. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος λέγει ὅτι ἡ πίστις χωρίς τά ἔργα τῆς ἀγάπης εἶναι νεκρή: «Τί τό ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐάν πίστιν λέγει τις ἔχειν, ἔργα δέ μή ἔχῃ; Μή δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν;» (Ἰακ. β΄ 14). Καί συνεχίζει: «Ἐάν ἕνας ἀδελφός ἤ μία ἀδελφή εἶναι γυμνοί καί δέν ἔχουν ἀρκετά ροῦχα, στεροῦνται δέ ἀκόμη καί αὐτῆς τῆς αναγκαίας, τῆς καθημερινῆς  τροφῆς καί τούς πῇ  ἕνας ἀπό σᾶς· Πηγαίνετε στό καλό. Εὔχομαι νά ζεσταθῆτε  καί χορτασθῆτε καλά. Ἐάν ὅμως, μαζί μέ τά καλά λόγια, δέν δώσετε σ’ αὐτούς καί αὐτά πού τούς χρειάζονται, γιά τή συντήρησι τοῦ σώματος, τί ὀφελοῦν τά καλά σας λόγια;» (Ἰακ. β΄15-16). Ἡ εὐχή: «θερμαίνεσθε καί χορτάζεσθε», δέν ἀρκεῖ.
Ὁ Κύριος προστάσσει τούς μαθητάς Του, μετά τήν ὁμιλία Του στήν ἔρημο,  λέγων:




«Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν» (Ματθ. ιδ΄ 16). Τά λόγια καί οἱ εὐχές δέν εἶναι τροφή πού χορταίνει οὔτε ἔνδυμα πού θερμαίνει. Τά λόγια ἀγάπης τοῦ πιστοῦ καλόν εἶναι νά συνοδεύωνται καί μέ τά ἔργα, με τή ἀναγκαία τροφή καί τά ἐνδύματα.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι στή ζωή τῶν ἑνωμένων μέ τόν Χριστόν πιστῶν ἰσχύει ἡ πίστις, «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλάτ. ε΄ 6).

Ἐκεῖνος πού ἔχει, ὀφείλει νά παρέχῃ στόν ἄλλο τό κάθε τί, πού στερεῖται. Αὐτό εἶναι θέλημα Θεοῦ. Πράξεις, ἔργα ἀγάπης. Ζητεῖ
ἐλεημοσύνη  καί μακαρίζει τούς ἐλεήμονες.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός λέγει ὅτι «ὡραία εἶναι ἡ θεωρία, ὡραία εἶναι καί ἡ πρᾶξις. Γιατί, ἡ μέν θεωρία ὑψώνεται πάνω ἀπό τά ἐγκόσμια καί προχωρεῖ στά ἅγια τῶν ἁγίων καί ἐπαναφέρει τό νοῦ μας πρός τόν Θεόν, ἡ δέ πρᾶξις ὑποδέχεται τόν Χριστόν καί Τόν ὑπηρετεῖ καί μέ τά ἔργα ἀποδεικνύει τήν ἀγάπη Σ’ Αὐτόν» (Περί Φιλοπτωχείας, λόγ. ιδ΄ ἐν Migne 35,651). Καί τονίζει ὅτι  ἡ πρᾶξις (εἶναι) «θεωρίας ἐπίβασις». Ἡ πρᾶξις, δηλαδή, εἶναι διάβασις, πέρασμα, βάθρο, σκάλα τῆς θεωρίας (Migne, P.G. 35,651).
Ὁ Θεός προστάσσει τή θετική ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης. «Κόβε τό ψωμί σου καί μοίραζέ το σ’ ἐκείνους, πού πεινοῦν καί τούς πτωχούς καί ἀστέγους φέρε τους μέσα στό σπίτι σου. Ἄν δῇς γυμνό, ντῦσε τον καί μή παραβλέψῃς τούς  στενούς συγγενεῖς καί συμπατριῶτες σου» (Ἡσ. 58,7).
Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος στόν ὁρισμό του περί τῆς Θρησκείας, προτάσσει σάν τό πιό βασικό καί οὐσιαστικό γνώρισμά της, τήν ἐλεημοσύνην πρός τόν πλησίον, μνημονεύοντας τά ὀρφανά καί τίς χῆρες, σάν πρόσωπα, πού ἔχουν μεγαλύτερη ἀνάγκη προστασίας, στοργῆς καί βοηθείας: «Θρησκεία καθαρά καί ἀμίαντος παρά τῷ Θεῷ καί Πατρί  αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανούς καί χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτόν τηρεῖν ἀπό τοῦ κόσμου» (Ἰακ. α΄ 27).


Ὁ πραγματικός πιστός εἶναι ἐλεήμων. Φροντίζει πάντοτε νά περιθάλπῃ καί νά ἀνακουφίζει τούς συνανθρώπους του, πού ἔχουν κάποια ἀνάγκη, χωρίς νά γνωρίζῃ ἡ ἀριστερά τῆς δεξιᾶς τό ἔργον, ἐν τῷ κρυπτῷ. Ἀποφεύγει κάθε πλουτισμό, γιά τόν ἑαυτόν του στή γῆ. Μιμεῖται «τόν ἀρχηγόν τῆς Πίστεως καί τελειωτήν Ἰησοῦν», τόν Δημιουργόν τοῦ παντός, πού, σάν ἄνθρωπος στή γῆ, δέν εἶχε ποῦ νά κλίνῃ τό κεφάλι. Ἐνδιαφέρεται γιά τόν πνευματικό πλουτισμό, πού κατορθώνεται μόνο μέ τή σωστή ἐλεημοσύνη. Ὁ ἐλεήμων δέν θησαυρίζει, γιά τόν ἑαυτόν του, θησαυρούς στή γῆ, ἀλλά θησαυρίζει θησαυρούς ἐν οὐρανῷ, πλουτίζει εἰς Θεόν (παρβλ. Ματθ. στ΄ 29. Λουκ. ιβ΄ 21).
«Ὁ ἔχων τῷ μή ἔχοντι ἀνεπιφθόνως (ἀμέμπτως) ἐπιχορηγεῖ... Καί ἐάν ἀνάμεσα στούς Χριστιανούς εἶναι τις ἐνδεής ἤ πτωχός καί δέν ἔχουν εὐχέρειαν νά τόν διαθρέψουν, δυό ἤ τρεῖς μέρες νηστεύουν, γιά νά προσφέρουν στούς  ἐνδεεῖς τήν ἀναγκαία τροφή» (Ἀριστείδου, Ἀπολογία 15,7-8, ΒΕΠΕΣ 3,149,19ἑξ.).
Πολύ χαρακτηριστική εἶναι ἡ προτροπή, πού συναντᾶμε στόν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ:
«Ἀντί οὖν ἀγρῶν ἀγοράζετε  ψυχάς θλιβομένας, καθ’  ἅ τις δυνατός ἐστι καί χήρας καί ὀρφανούς ἐπισκέπτεσθε καί μή παραβλάπτετε αὐτούς, καί τόν πλοῦτον ὑμῖν καί τάς παρατάξεις πάσας εἰς τοιούτους ἀγρούς καί οἰκίας δαπανᾶτε, ἅς ἐλάβετε παρά τοῦ Θεοῦ…» (Παραβολή  α΄ 8-11 ΒΕΠΕΣ  3, 68, 25ἑξ.).
Ὁ Ἰησοῦς ζητεῖ ἀπό τούς Μαθητάς Του
ἔμπρακτη ἐκδήλωσι τῆς ἀληθινῆς πρός τόν πλησίον ἀγάπης. Δέν ζητεῖ λόγια καί θεωρίες. Ζητεῖ ἐλεημοσύνην. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «ὁ Σαμαρείτης τραυματίαν ἰδών ἀγνῶτα (δηλ. πού τοῦ ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστος) καί οὐδέν αὐτῷ προσήκοντα (καί δέν εἶχαν καμμίαν σχέσιν), καί ἐπέστη (καί ἐσταμάτησε) καί ἐπί τό ὑποζύγιον ἀνεβίβασε, καί εἰς τό πανδοχεῖον κατήγαγε (τόν μετέφερε), καί ἰατρόν ἐμισθώσατο, καί τό μέν ἔδωκεν ἀργύριον, τό δέ ὑπέσχετο» (ὁμιλία ιε΄ 11 Εἰς Ματθ. ε΄1-16).


Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός λέγει ὅτι «ἀνάμεσα στίς ἀρετές δέν ὑπάρχει τίποτε πιό μεγάλο καί περισσότερο τέλειο ἀπό τήν ἔμπρακτη ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Σημεῖο δέ  αὐτῆς εἶναι μόνο τό νά μή κρατάῃ γιά τόν ἑαυτό του κάποιο πρᾶγμα, πού ὁ ἄλλος τό ἔχει ἀνάγκη, ἀλλά καί τό θάνατο νά ὑπομένῃ ἀκόμη μέ χαρά, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Κυρίου, θεωρῶντας ὅλα αὐτά σάν χρέος του. Καί δικαίως. Γιατί χρωστάει ὄχι μόνον  τόν πλησίον νά ἀγαπᾷ μέχρι θανάτου,ὅπως εἶναι φυσικό, ἀλλά καί τό Χριστό, πού ἔδωκε τήν ἐντολήν τῆς ἀγάπης χύνοντας τό ὑπέρτιμο αἷμα Του γιά μᾶς» (Φιλοκαλία Γ΄ 75,29 ἑξ.).
Ἀγάπη «ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ», δόσις πραγματικῆς ἐλεημοσύνης εἶναι καί μέσ’ ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας παροχή συγγνώμης, γιά τυχόν σφάλματα τοῦ πλησίον σέ μᾶς. Πραγματική ἐλεημοσύνη εἶναι ἡ συγχώρησις, ἡ ἄφεσις καί συμφιλίωσις, με τόν πλησίον, πού εἰλικρινά μετανοεῖ.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει ὅτι «ἔργον ἀγάπης ἐστίν ἡ εἰς τόν πλησίον ἐκ διαθέσεως εὐεργεσία καί μακροθυμία καί ὑπομονή καί μετά ὀρθοῦ λόγου χρήσασθαι τοῖς πράγμασιν» (Φιλοκαλία Β΄ 7, μ΄).
Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐλέγχει τόν ἄνθρωπον, πού δέν ἔχει ἀγάπην. Λέγει ὅτι ἐκεῖνος, πού κρατάει γιά τόν ἑαυτόν του τά ἀγαθά, εἶναι πλεονέκτης, ἄδικος,  καταχραστής, κλέπτης. «Ποιός εἶναι πλεονέκτης; Αὐτός πού δέν ἀρκεῖται στήν αὐτάρκεια. Ποιός  δέν εἶναι ἅρπαγας; Αὐτός πού δέν ἀφαιρεῖ αὐτά πού ἀνήκουν στόν καθένα. Δέν εἶσαι σύ ὁ πλεονέκτης; Δέν εἶσαι σύ ὁ ἅρπαγας, ὅταν ἰδιοποιεῖσαι αὐτά πού δέχτηκες νά διαχειρισθῇς; Ἤ μήπως αὐτός μέν πού ἀπογυμνώνει τόν ντυμένον θά ὀνομασθῇ λωποδύτης·  ἐκεῖνος δέ πού δέν ντύνει τόν γυμνόν, ἐνῷ μπορεῖ νά τό κάμῃ, ἀξίζει νά ὀνομασθῇ μέ ἄλλο ὄνομα; Τό ψωμί πού κρατᾶς ἐσύ εἶναι αὐτοῦ πού πεινᾶ. Τό ροῦχο πού φυλᾶς ἐσύ στίς ἱματιοθῆκες σου, ἀνήκει στόν γυμνό·  τά παπούτσια πού σαπίζουν στό σπίτι σου εἶναι τοῦ ξυπόλυτου·  τά χρήματα πού ἔχεις καταχωνιασμένα, ἀνήκουν σ’  αὐτόν πού τά χρειάζεται. Ὥστε,   λοιπόν, ἀδικεῖς τόσους, ὅσους μποροῦσες νά εὐεργετήσῃς» (Ὁμιλ. Εἰς τό «καθελῶ μου τάς ἀποθήκας» 7, ἐν ΒΕΠΕΣ  64, 37-65,5).
Εἶναι Χρέος τοῦ πιστοῦ ἡ ἐλεημοσύνη. «Ἐλεήμων δέ ἐστιν ὁ ἐλεῶν τόν πλησίον, ἐξ
ὧν αὐτός  ἐλαβε παρά Θεοῦ, εἴτε χρήματα, εἴτε βρώματα, εἴτε ἰσχύν, εἴτε λόγον πρός ὠφέλειαν, εἴτε εὐχήν, εἴτε ἔχει δυνατόν τοῦ οἰκτειρῆσαι τόν δεόμενον αὐτοῦ λογιζόμενος χρεώστης εἶναι, διότι πλείονα ἔλαβεν ὑπέρ οὗ ζητεῖται·  καί ὅτι  ἠξιώθη, ὡς Θεός ἐλεήμων καλεῖσθαι, καί ταῦτα ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ νῦν καί ἐν τῷ μέλλοντι ἐπί πάσης τῆς κτίσεως· καί ὅτι διά τοῦ ἀδελφοῦ ὁ Θεός δέεται αὐτοῦ καί χρεωφειλέτης αὐτοῦ γίνεται... Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ τελεία ἐλεημοσύνη, ὥσπερ ὁ Χριστός ὑπέρ  ἡμῶν



τόν θάνατον  ὑπέμεινε, πᾶσι τεθεικώς  ὑπογραμμόν καί τύπον, ἵνα ὑπέρ ἀλλήλων ἀποθάνωμεν· οὐ μόνον δέ ὑπέρ τῶν φίλων, ἀλλά καί ὑπέρ τῶν ἐχθρῶν, καιροῦ καλοῦντος» (Πέτρου Δαμασκηνοῦ, Περί τῆς δευτέρας Ἐντολῆς, ἐν Φιλοκαλίᾳ Γ΄ 23, 21-36 ἐκδ. Οἶκος «ΑΣΤΗΡ» Αθῆναι 1960).

«ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ» ἀγάπη μας πρός τόν πλησίον, ἡ σωστή, δηλαδή,  ἡ χωρίς φαμφάρες,  ἐλεημοσύνη μας  εἶναι ἡ πιό τέλεια ἔκφρασις τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Θεόν.
Αὐτήν τήν ἀλήθεια διατυπώνει ἐπιγραμματικά καί ὁ Ἐθνικός μας ποιητής, ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς:

«Ὁ Χριστός νά καίγονται γυρεύει γι’    αὐτόν καρδιές ὄχι κεριά.
Καί μέ σταυρούς κανείς δέν Τόν λατρεύει καί γονατίσματα βαρειά.
Γιατί λατρεύει τό Χριστό ὅποιος δίνει γιά τόν πλησίον τή ζωή,
Ὅποιος τό γυμνωμένο κρυφοντύνει καί  τό
  φτωχό τόν ἐλεεῖ,
Ὅποιος τήν ἀδικία κεραυνώνει καί ἁγνό τό μέτωπο κρατεῖ,
Κι’ ἔχει Θεό τήν καλωσύνη μόνη, κι’ ἔχει
Θεό τήν ἀρετή».

Λοιπόν, « Τεκνία μου, μή ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδέ τῇ γλώσσῃ, ἀλλ’ ἐν ἔργῳ καί ἀληθείᾳ» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 18). Αὐτή τήν ἀγάπη μᾶς διδάσκει ὀ Χριστός μέ τήν Σταυρική Του Θυσία καί τήν Ἀνάστασί του. Μέ αὐτήν τήν ἀγάπην, οἱ πιστοί, Αὐτόν προσκυνήσωμεν.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου