Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ, Θ.΄






«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσοται» 9ο


«Προσέχετε τήν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μή ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θεαθῆναι αὐτοῖς» (Ματθ. στ΄ 1).





«Προσέχετε νά μήν κάνετε τήν ἐλεημοσύνην σας μπροστά στούς ἀνθρώπους, γιά νά σᾶς δοῦν καί νά σᾶς θαυμάσουν. Ἄν, κάνοντας ἐλεημοσύνη, ἀποβλέπετε, ὄχι στή θεραπεία τῆς ἀνάγκης τῶν ἀδελφῶν, ἀλλά στή δική σας ἱκανοποίησι, ἄν, δηλαδή, μέ αὐτό τόν τρόπο, θέλετε νά ἱκανοποιήσετε αὐτό τό πάθος τῆς κενοδοξίας σας, ἄν, τό μόνο πού σᾶς ἐνδιαφέρῃ, εἶναι νά φανῆτε, στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, καλοί, τότε δέν ἔχετε ἀνταμοιβή ἀπό τόν οὐράνιο πατέρα σας, τό Θεό. Ὅταν, λοιπόν, κάνῃς ἐλεημοσύνην, μή τό διαφημίζῃς, παίρνοντας μιά σάλπιγγα (ἰταλ. Fanfara), πού νά σαλπίζῃ μπροστά σου, μή διαλαλῇς τήν πρᾶξι σου, ὅπως κάνουν οἱ ὑποκριτές στίς συναγωγές καί στούς δρόμους, γιά νά δοξασθοῦν ἀπό τούς ἀνθρώπους , Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι μέ αὐτό τόν τρόπο πῆραν ὁλόκληρη τήν ἀμοιβή τους. Πῆραν αὐτό, πού ἐπεδίωκαν. Πῆραν, δηλαδή, τόν ἔπαινον ἀπό τούς ἀνθρώπους».
Ὅπως ἀκριβῶς τό νερό ἀντιμάχεται τή φωτιά, καί ἡ φωτιά τό νερό καί δέν μποροῦν νά σταθοῦν μαζί αὐτά τά δύο στοιχεῖα, ἔτσι καί ἡ κενοδοξία καί ἀρετή  εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους καί ποτέ δέν μποροῦν νά συνυπάρχουν σέ μία καί τήν αὐτήν ψυχήν. Γι'  αὐτό, λοιπόν, πρέπει νά διώξουμε μέσ' ἀπό τίς ψυχές μας τήν κενοδοξία καί νά μείνουμε πιστοί στά διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, λέγει ὁ Ὠριγένης: «Ὥσπερ πυρί ὕδωρ  ἀεί μαχόμενόν ἐστι καί πῦρ ὕδατι καί οὐδ' ἄν ποτε συσταίη τά τοιαῦτα ὁμοῦ,  οὕτω καί κενοδοξία καί ἀρετή αλλήλων εἰσίν ἐναντία καί οὐδέποτε ἐν μιᾷ καί τῇ αὐτῇ ψυχῇ συνυπάρχειν δύνανται. Οὐκοῦν ἐξοριστέον τῶν ἡμετέρων ψυχῶν τήν κενοδοξίαν καί τοῖς διατάγμασιν ἐμμενετέον τοῦ Χριστοῦ»ἰς τό κατά Ματθ. Ἀπόσπ. ἐκ τῶν Σειρῶν τῶν Ευαγγελίων 114 ΒΕΠΕΣ 14,264,20-26).
Ὁ ἴδιος ὁ Ὠριγένης ἑρμηνεύοντας τούς πάρα πάνω στίχους Ματθ. στ΄ 1-2 λέγει ὅτι σέ ἄλλα αντίγραφα δέν λέγει «τήν ἐλεημοσύνην», ἀλλά «τήν δικαιοσύνην»: «Ἐν ἄλλοις ἀντιγράφοις τήν δικαιοσύνην φησί. Σκοπόν δέ τῆς ἐλεημοσύνης προτίθησιν ἡμῖν τήν παρά Θεῷ δόξαν, οὐ τήν παρά ἀνθρώποις. Οἷς  γάρ τις ἀρέσκειν βούλεται, παρά τούτων μισθόν ἔχει τόν ἔπαινον. Οὐ μήν ὁ θεαθείς ἤδη πρός τό θεαθῆναι πεποίηκεν, ἀλλ' ὁ θεωρεῖσθαι βουλόμενος καί τοῦτο ποιῶν» (ἔνθ' ἀνωτ. Ἀπόσπ. 113).
Σκοπός τῆς ἐλεημοσύνης εἶναι ἡ ἀνακούφισις τοῦ πάσχοντος, θεραπεία τῆς ἀνάγκης του. Ἡ ἐλεημοσύνη δέν πρέπει νά γίνεται, γιά νά ἀποφύγουμε τήν κόλασι καί νά πᾶμε στόν παράδεισογιά νά μᾶς δοξάσῃ ὁ Κύριος. Πολύ δέ περισσότερο δέν πρέπει νά γίνεται γιά νά μᾶς δοῦν οἱ ἄλλοι καί νά μᾶς ἐπαινέσουν. Ἡ ἐλεημοσύνη πρέπει νά γίνεται, γι' αὐτή τήν ἴδια τήν ἀρετή. Ὁπότε τότε ἔχει σάν συνέπεια τή δόξα τοῦ ἐλεήμονος ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό.
Ἀναμφισβήτητα ὁ  συνετός ἄνθρωπος ὀφείλει νά προσπαθῇ μέ κάθε του σκέψι, μέ κάθε του λόγο, μέ κάθε του πρᾶξι, μέ ὅλη τή ζωή του, νά ἀρέσῃ στό Θεό. Αὐτό σημαίνει νά ἀποφεύγῃ τό κακό καί τήν ἁμαρτία, νά καθαρίζῃ τήν ψυχή του ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή καί νά «ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορινθ. ζ΄1). Αὐτό εἶναι καί τό κριτήριον τῆς ἁγίας ζωῆς.


 «Εἰς τοῦτο εκλήθητε, ὅτι καί Χριστός ἔπαθεν ὑπέρ  ἡμῶν ἡμῖν
 ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν
 αὐτοῦ»( Α΄ Πέτρ. β΄21).
           
Ὑπόδειγμα ἁγιωσύνης ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «διῆλθε καί διέρχεται», «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»(Ἑβρ.ιγ΄8), «τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ, ἰώμενος δέ καί πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεός ἦν μετ' αὐτοῦ» (πρβλ. Ματθ. δ΄ 23.      Πραξ. ι΄ 38), ὥστε ὁ καθένας ἀπό μᾶς ὀφείλει, μιμούμενος τόν Χριστόν, νά γίνεται τύπος τῶν πιστῶν ἐν πᾶσιν (πρβλ. Α΄ Θεσσαλ. α΄ 7).
Θά πρέπει νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι, ὅταν κανείς κάνῃ ἐλεημοσύνην, δέν αποκλείεται καί νά τόν δοῦν, δέν αποκλείεται νά μή μπορέσῃ νά ἀποφύγῃ τά βλέμματα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἔκανε τήν ἐλεημοσύνην «πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Πολλές φορές μάλιστα εἶναι ἀδύνατον νά ἀποφύγῃ τά μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ἐξ ἄλλου ὁ Κύριος λέγει:
«Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε΄ 16).




«Πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» κάνει τήν ἐλεημοσύνην, αὐτός πού ἔχει σάν σκοπό του «τό θεαθῆναι». Γι' αὐτό καί ὁ Ὠριγένης λέγει ὅτι «Οὐ μήν ὁ θεαθείς ἤδη πρός τό θεαθῆναι πεποίηκεν, ἀλλ'  ὁ θεωρεῖσθαι βουλόμενος καί τοῦτο ποιῶν» (ἔνθ' ἀνωτ.).
Ὑπάρχουν ὅμως πολλοί, πού κυριεύονται ἀπό τή ματαιοδοξία, ἀπό τήν κενοδοξία καί τήν ἀνθρωπαρέσκεια καί τό μόνο, πού τούς ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ ἱκανοποίησι τοῦ πάθους τους. Δέν ἐπιδιώκουν τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀρνοῦνται καί τόν ἴδιο τό Θεό, γιά νά κερδίσουν τήν δόξαν τῶν ἀνθρώπων: «Ἠγάπησαν γάρ τήν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. ιβ΄ 43). Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν στό Χριστό. Γιατί πῶς εἶναι δυνατόν νά πιστεύουν στό Χριστό ἄνθρωποι, πού ἐπιδιώκουν νά λαμβάνουν δόξα ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον καί ἀρνοῦνται τή δόξα, πού πηγάζει ἀπό τόν ἕνα καί μόνον ἀληθινόν Θεόν; «Πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρά ἀλλήλων λαμβάνοντες, καί τήν δόξαν τήν παρά τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;» (Ἰωάν. ε΄ 44).
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι «ἡ κενοδοξία και ἡ ἀνθρωπαρέσκεια καί τό πρός τό ἐπίδειξίν τι ποιεῖν,  ὅλως ἐπί παντός πράγματος χριστιανοῖς ἀπηγόρευται· ὅπου γε καί αὐτήν τήν ἐντολήν ὁ πρός τό θεαθῆναι ὑπό τῶν ἀνθρώπων ποιῶν τόν ἐπ' αὐτῇ μισθόν ἀπόλλυσι(Ματθ, στ΄1). Τοῖς δέ πᾶν εἶδος ταπεινώσεως  διά τήν ἐντολήν τοῦ Κυρίου καταδεξαμένοις μεθ' ὑπερβολῆς φευκτέος πᾶς κενοδοξίας τρόπος» (Ὅροι κατά πλάτος Κ΄ ΒΕΠΕΣ 53, 176,37-177, 5).







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου