Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ, Ζ΄


«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται» 7ον

«Μακάριόν ἐστι διδόναι μᾶλλον ἤ λαμβάνειν».
                                                              (Πράξ. κ΄ 35).
Τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας, σ' αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία, εἶναι ἡ ὁμοίωσίς μας μέ τόν Θεόν. Καί ὁ Ευαγγελιστής Ἰωάννης, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄16).
Πῶς ἀλλιῶς ὅμως ὁ ἄνθρωπος ὁμοιάζει μέ τόν Θεόν καί μένει ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἄν  ὄχι μέ τό ἔλεος, μέ τήν τέλεια ἀγάπη, μέ τήν ἐλεημοσύνην;
Εἶναι αὐτονόητον ὅτι μόνον μέ τήν ἀγάπη καί τήν ἐλεημοσύνην κατορθώνει ὁ πιστός νά ἐπιτύχῃ τήν πνευματική του τελείωσι καί νά γίνῃ θεός κατά χάριν. Ὀφείλουμε νά εἴμαστε καλοί Οἰκονόμοι, καλοί διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐλεημοσύνη πρέπει νά χαρακτηρίζει κάθε μας πρᾶξι, κάθε μας συμπεριφορά. Ἡ μεγαλύτερη χαρά δέν εἶναι νά παίρνουμε, ἀλλά νά δίνουμε. Εἶναι καλλίτερο νά  δίνουμε μέ γνήσια ἀγάπη, παρά νά παίρνουμε. Ἡ ἐλεημοσύνη , ἐφηρμοσμένη ἀγάπη, πρέπει νά γίνῃ βίωμα τῶν πιστῶν.

Τόν καλλίτερο ὁρισμό τῆς ἐλεημοσύνης μᾶς προσφέρει ὁ Χριστός μέ τή Σταυρική Του Θυσία καί τήν Ἀνάστασί Του.














Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα ἀπό ἄπειρον ἔλεος.

Ὁ Μέγας Βασίλειος συμβουλεύει ὅλους τούς πιστούς μιμητές  τοῦ Χριστοῦ νά ἀποθέσουμε «τήν  σαρκίνην ἀγάπην», «τήν πρός τά χρήματα φιλίαν» καί «τό μάταιον βάρος τοῦ γηῒνου φρονήματος». Νά μή πολιτευόμαστε ἐπιδεικτικά, ἀλλά  νά αποταμιεύουμε τά ἔργα, γιά νά τά επιδείξουμε στόν ἀληθινό γεωργό. Καί συνεχίζει:
«Σύ δέ καί ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἔσο ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ(Ψαλμ.51,10), μηδέποτε γυμνούμενος τῆς ἐλπίδος, ἀλλ' ἀεί θάλλουσαν ἔχων περί σεαυτόν τήν διά πίστεως σωτηρίαν. Οὕτω γάρ τό αειθαλές τοῦ φυτοῦ μιμήσῃ, καί τό πολύκαρπον δέ αὐτοῦ ζηλώσεις, ἄφθονον τήν ἐλεημοσύνην ἐν παντί καιρῷ παρεχόμενος» (Ὁμιλ. Ε΄ εἰς τήν Ἑξαήμερον, ΒΕΠΕΣ 51,228, 29 ἐξ.).
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς προτρέπει νά ἐλεοῦμε συνεχῶς, νἆναι ἡ ψυχή καί ἠ καρδιά μας πηγή ἀστείρευτη ἀγάπης καί ἐλεημοσύνης.
«Ὥσπερ οὖν ἡ παραδείσῳ πηγή οὐ νῦν μέν προχέει νάματα, νῦν δέ ξηραίνεται (ἐπεί οὐκ ἄν εἴη λοιπόν πηγή), ἀλλ' ἀεί ἀναβλύζει· οὕτω καί ἡ ἡμετέρα ἀεί δαψιλέστερον προχείτω τό νάμα πρός τούς μάλιστα ἐπιδεομένους ἐλέους, ἵνα μένει πηγή. Τοῦτο ἱλαρόν ποιεῖ τόν λαμβάνοντα· τοῦτο ἐλεημοσύνη, μή σφοδρόν μόνον προχεῖσθαι τό νάμα, ἀλλά διηνεκές. Εἰ βούλει, ὥσπερ ἐκ πηγῶν σοι ἐπομβρεῖν τοῦ Θεοῦ τόν ἔλεον, καί σύ πηγήν ἔχε. Οὐδέν ταύτης ἴσον. Ἄν σύ ταύτης τῆς πηγῆς ἀνοίξῃς τά στόματα, τῆς πηγῆς τοῦ Θεοῦ τοιαῦτα ἔσται τά στόματα, ὥστε πᾶσαν ἄβυσσον νικῆσαι. Ἀφορμήν ζητεῖν μόνον παρ' ἡμῶν λαβεῖν ὁ Θεός, καί προχεῖται ἐκ τῶν ταμείων αὐτοῦ τά ἀγαθά» (Χρυσοστ. Εἰς τάς Πράξ. Ὁμιλ.22, 4 Migne P.G. 60,175-176) Δηλαδή: Ὅπως ἀκριβῶς ἡ πηγή   στόν παράδεισο δέν ἀναβλύζει ἄλλοτε μέν νάματα, ἄλλοτε δέ ξηραίνεται (διότι δέν θά ἦταν πιά πηγή), ἀλλά πάντοτε ἀναβλύζει, ἔτσι καί ἡ δική μας πηγή, ἀφθονότερα ἄς χύνει τό νάμα, τό νερό σ' ἐκείνους πού ἔχουν πάρα πολύ μεγάλη ἀνάγκη ἐλεημοσύνης, γιά νά μένῃ πηγή. Αὐτό χαροποιεῖ ἐκεῖνον  πού δέχεται τήν ἐλεημοσύνην. Αὐτό εἶναι ἐλεημοσύνη, ὄχι μόνον νά τρέχῃ ἄφθονο τό νάμα, ἀλλά καί συνεχῶς. Ἄν θέλῃς νά τρέχῃ σέ σένα τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ σάν ἀπό πηγές, ἔχε καί σύ πηγή. Τίποτε δέν εἶναι  ἰσάξιον αὐτῆς. Ἄν σύ ἀνοίξῃς τά στόματα αὐτῆς τῆς πηγῆς, τέτοια θά εἶναι τά στόματα τῆς πηγῆς τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ξεπεράσουν κάθε ἄβυσσο. Ἀφορμήν μόνον ζητεῖ νά λάβῃ  ἀπό μᾶς ὁ Θεός καί προσφέρει ἀπό τά ταμεῖα Του ἄφθονα τά ἀγαθά Του.


                  Κατάκαρπος ἐλαία , σύμβολον τοῦ ἐλέους

Ὁ Απόστολος Παῦλος μιλῶντας στούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου, μεταξύ ἄλλων λέγει:
«Δέν ἐπεθύμησα κανενός τό χρῆμα ἤ τό χρυσάφι ἤ τό ρουχισμό. Σεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε ὅτι τίς ἀνάγκες τί δικές  μου καί τῶν συντρόφων μου, τίς εξυπηρέτησαν αὐτά ἐδῶ τά χέρια μου. Ὅλα, μέ κάθε τρόπο, σᾶς τά ἔχω ὑποδείξει, ὅτι δηλαδή ἔτσι ἐργαζόμενοι, πνευματικά καί ὑλικά πρέπει νά βοηθᾶτε καί νά στηρίζετε τούς αδυνάτους ἀδελφούς καί νά θυμᾶστε τά λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, πού εἶπε: Εἶναι πολύ καλλίτερο νά δίνῃ κανείς παρά νά παίρνῃ (Πράξ. κ΄35). Εἶναι δέ αὐτονόητο ὅτι ἀληθινή ἐλεημοσύνη εἶναι Ἐκείνη, πού γίνεται μέ τήν προσφορά ἀγαθῶν ἀπό τό δικό μας κόπο καί ἱδρῶτα καί ὅχι μέ ξένα ἀγαθά.
Σχετική εἶναι καί ἡ προτροπή τῶν Ἀποστόλων σέ κάθε πιστό: «Μή γίνου πρός μέν τό λαβεῖν ἐκτείνων τήν χεῖρα, πρός δέ τό δοῦναι συστέλλων. Ἐάν ἔχῃς, διά τῶν χειρῶν σου δός, ἵνα  ἐργάσῃ εἰς λύτρωσιν ἁμαρτιῶν σου» (Διαταγαί τῶν Ἀποστ. Ζ.΄ XII, 1-2 ΒΕΠΕΣ 2,121,26 ἑξ.).







«Ὑπόδειγμα δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν, καί ὑμεῖς ποιεῖτε» (Ἰωάν. ιγ΄15).
Τί λόγο θά δώσουμε στό Δίκαιο Κριτή καί πῶς Θά σταθοῦμε ἐνώπιον Του τή φοβερή Ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἄν τό Ἔλεός Του δέν γίνῃ σέ ὅλους μας βίωμα; Θἆναι ἀνελέητη ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ σέ κεῖνον, πού δέ ἔδειξε  ἔλεος πρός τούς ἀδελφούς. Θά κριθῇ πολύ αὐστυρά ὁ ἄσπλαγχνος. « ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β΄ 13).







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου