Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ. ΣΤ.΄




«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται» 6ο

«Παντί τῷ αἰτοῦντι σε δίδου καί τόν θέλοντα ἀπό σοῦ δανείσασθαι μή ἀποστραφῇς».

Ἡ Ἐντολή, ὅπως ἔχουμε πῆ, εἶναι ρητή. Χωρίς κανέναν ἀπολύτως περιορισμό: «Παντί τῷ αἰτοῦντι σε δίδου καί τόν θέλοντα ἀπό σοῦ δανείσασθαι μή ἀποστραφῇς»(Ματθ. ε΄ 42. Λουκ. στ΄ 3).Δηλαδή: Στόν καθένα πού σοῦ ζητεῖ, δίδε μέ γνήσια ἀγάπη. Καί μή περιφρονήσῃς, μή ἀποστραφῇς ἐκεῖνον, πού θέλει νά δανεισθῇ ἀπό σένα, χωρίς τόκον. 
Κάθε πιστός Μαθητής τοῦ Χριστοῦ ὀφείλει νά μιμῆται τόν Διδάσκαλόν του. Νά τελειοποιῆται συνεχῶς στήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης. Ὀφείλει νά προσπαθῇ νά εἶναι σέ ὅλη τή ζωή του ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ καί τό κάθε του βῆμα νά εἶναι προσφορά, θυσία στό βωμό τῆς Ἀγάπης. Ὀφείλει νἆναι γνήσιος μιμητής τοῦ Χριστοῦ, πού πρόσφερε τόν ἑαυτόν Του, ἀπό ἀγάπη, γιά μᾶς, στό Θεό «εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ. ε΄2).



Ὁ πιστός  μέ τήν συμπεριφορά του, ὄχι μόνον δέν συντελεῖ στή δημιουργία κοινωνικῆς ἀδικίας, ὥστε καί ἐξ αἰτίας του, νά περιέρχωνται οἱ συνάνθρωποί του στή φτώχεια καί τή δυστυχία, ἀλλά ἀντιθέτως δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις τῆς καλλιτερεύσεως τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων. Ξεριζώνει τά αἴτια τῆς Κοινωνικῆς Ἀδικίας. Μέ τή ζωή καί τά ἔργα του, μέ κάθε του ἐνέργεια, ἐπιδιώκει τήν ἀποκατάστασι καί ἑδραίωσι τῆς Κοινωνικῆς ΔικαιοσύνηςΠοτέ δέν λησμονεῖ τούς ἀσθενεῖς, τούς ανίκανους πρός ἐργασίαν, τούς πτωχούς καί δυστυχεῖς συνανθρώπους του, ὅπως ὁ Θεός φροντίζει γιά τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί τἀγριολούλουδα.
Ὁ πιστός ἐργάζεται πάντοτε, «ὡς Θεοῦ οἰκονόμος» ευεργετώντας τούς ἄλλους, μέ τό Χάρισμα, πού τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός (Α΄ Πέτρ. δ΄10).





Δέν ἀρνεῖται σέ κανέναν τή βοήθειά του. Ἕχει συνείδησιν ὅτι ὀφείλει νά εἶναι καλός Οἰκονόμος τῶν δωρεῶν, πού ὁ Θεός τοῦ ἔχει δώσει. Κύριος τῶν πάντων εἶναι ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος  δέν ἔχει τήν κυριότητα,  ἀλλά  μόνον τήν χρῆσιν τῶν ἀγαθῶν.
Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι χωρίς τό Θεό εἴμαστε ἕνα «τίποτε». Ὅ,τι ἔχουμε (χρήματα, κτήματα, τέχνη, ἐπιστήμη, σοφία ,γνῶσι, κοινωνικές θέσεις, ὑγεία, δύναμι), ὑλικά καί πνευματικά ἀγαθά,  ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ.«Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν φώτων» (Ἰακ. α΄ 17).


                  « Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»

Ὁ Παῦλος λέγει: «Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχάσαι ὡς μή λαβών;»(Α΄ Κορ. δ΄ 7). «Καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται» (Ἐφεσ. β΄ 8-9).
Ἐντολή στόν καθένα μας εἶναι: «Δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε» (Ματθ. ι΄ 8). Καί «παντί τῷ αἰτοῦντι σε δίδου καί τόν θέλοντα ἀπό σοῦ δανείσασθαι μή ἀποστραφῇς».
Ἑξ ἄλλου ἐπαναλαμβάνω τή χιλιοειπωμένη ἀπό μένα ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς φέρει σέ ἐπαφή με τήν καθημερινή πραγματικότητα. Ὅτι δηλαδή ὅλοι μας ὀφείλουμε
1ον) νά ἐννοήσουμε «τό βραχύ τῆς ζωῆς ».
2ον) τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων.
3ον)Ὅτι οἱ ἄνθρωποι ὅλοι, μηδενός ἐξαιρουμένου,
«αὐτοί γυμνοί ἐξήλθομεν ἐκ κοιλίας μητρός ἡμῶν, γυμνοί καί ἀπελευσόμεθα ἐκεῖ» (Ἰώβ α΄21).
4ον) Δέν παίρνουμε τίποτε ἀπολύτως μαζί μας. Καί 5ον) Τό μόνον βέβαιον εἶναι ὅτι εἶναι «μακάριοι οἱ νεκροί  ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ' ἄρτι. Ναι, λέγει τό Πνεῦμα, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν· τά δέ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ' αὐτῶν» (Ἀποκ. ιδ΄ 13) καί ὅτι, ὅπως λέγει ὁ ποιητής:
                 «Μονάχα ἡ καλωσύνη
                 ὅλα στόν κόσμο χάνονται
                 μόνη ἀπομένει Ἐκείνη».
Κι' αὐτό, γιατί ὁ αἰώνιος  Θεός εἶναι ἀγάπη.«νυνί δέ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τά τρία ταῦτα· μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 13).
Συνεπῶς ὀφείλει ὁ πιστός νά κάνει «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί νά ἐλεῇ, χωρίς διάκρισι, τούς συνανθρώπους του, πού ἔχουν ἀνάγκην.
«Δῆλον δέ ὡς τό χρήζοντι κατά ἀλήθειαν, κἄν φίλος ἤ κἄν ἐχθρός, κἄν συγγενής κἄν αλλότριος, κἄν ἄγαμος κἄν γεγαμηκώς ὑπάρχει» (Διαταγαί Ἀποστ. Γ΄ VI, 4. ΒΕΠΕΣ 2, 60, 22-24).
«Χρή γάρ εὖ ποιεῖν πάντας ἀνθρώπους, μή φιλοκρινοῦντα τοῦτον ὅστις ἦ  ἤ ἐκεῖνον» (ἔνθ' ἀνωτ.). Πολλοί λησμονοῦν τήν Ἐντολήν τοῦ Κυρίου· «Παντί τῷ αἰτοῦντι σε δίδου...», καί ἐρωτοῦν, ἄν πρέπει κάθε φορά νά ἐξετάζουν σέ ποιόν νά προσφέρουν τήν ἐλεημοσύνη τους. Ἄν ἔχῃ πράγματι ἀνάγκη ἤ ἄν ψεύδεται καί μᾶς ἐξαπατᾶ, κλπ.
Ἔχουμε πῆ ὅτι ἡ Ἐντολή τοῦ Κυρίου εἶναι ρητή, δέν ἔχει κανέναν ἀπολύτως περιορισμό. Στόν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ δίδεται μέ ἀριστοτεχνικό καί ἁπλό   τρόπο ἡ ἑρμηνεία τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου καί καθορίζεται ἡ συμπεριφορά τοῦ πιστοῦ σχετικά μέ τήν ἐλεημοσύνη:
«Ἐργάζου τό ἀγαθόν καί ἐκ τῶν κόπων σου, ὧν ὁ Θεός  δίδωσίν σοι, πᾶσιν ὑστερουμένοις δίδου ἁπλῶς, μή διστάζων τίνι δῷς ἤ τίνι μή δῷς. Πᾶσιν δίδου. Πᾶσιν γάρ ὁ Θεός δίδοσθαι θέλει ἐκ τῶν ἰδίων δωρημάτων. 5. Οἱ οὖν λαμβάνοντες ἀποδώσουσιν λόγον τῷ Θεῷ, διατί ἔλαβον καί εἰς τί· οἱ μέν γάρ λαμβάνοντες θλιβόμενοι οὐ δικασθήσονται, οἱ δέ ἐν ὑποκρίσει λαμβάνοντες τίσουσιν δίκην. 6. Ὁ οὖν διδούς ἀθῷός ἐστιν· ὡς γάρ ἔλαβεν παρά τοῦ Κυρίου τήν διακονίαν τελέσαι, ἁπλῶς αὐτήν ἐτέλεσεν, μηθέν διακρίνων τίνι δῷ ἤ μή δῷ. Ἐγένετο οὖν ἡ διακονία αὕτη ἁπλῶς τελεσθεῖσα ἔνδοξος παρά τῷ Θεῷ. Ὁ οὖν οὕτως  ἁπλῶς  διακονῶν τῷ Θεῷ ζήσεται. 7. Φύλασσε οὖν τάς ἐντολάς ταύτας, ὡς σοι λελάληκα, ἵνα ἡ μετάνοιά σου καί τοῦ οἴκου σου ἐν ἁπλότητι εὑρεθῇ, καί ἡ καρδία σου καθαρά καί ἀμίαντος» (Ἑρμᾶ, Ποιμήν, Ἐντολή β΄ 4-7.ἐν ΒΕΠΕΣ,3,52,39-53,10).




Εἷναι αὐτονόητον ὅτι πρέπει νά προσφέρουμε στόν πτωχό, τόν εὑρισκόμενον σέ δύσκολη θέσι συνάνθρωπό μας, κάθε τί πού ἔχει ἀνάγκην, κάθε τί πού αὐτός στερείται, κάθε τί πού τόν συντηρεῖ στή ζωή, κάθε τί πού δέν τόν βλάπτει.
Ἐάν π.χ. σέ ἕνα γνωστό μας τοξικομανή προσφέρουμε χρήματα, εἶναι σίγουρο ὅτι θά τόν βλάψουμε, γιατί θά τόν βοηθήσουμε νά συνεχίσῃ νά παίρνει ναρκωτικά, τό «λευκό θάνατο». Τό ἴδιο θά βλάψουμε καί τό γνωστό μας μέθυσο. Ἐκεῖνο πού χρειάζονται ὁ μέθυσος καί ὁ τοξικομανής εἶναι ἡ κατανόησις καί ἡ φροντίδα, γιά τήν ἀπεξάρτησί τους. Εἶναι ἡ διαφώτισις σχετικά μέ τά ὀλέθρια  ἀποτελέσματα  αὐτῶν τῶν παθῶν, ἀλλά καί κάθε βοήθεια γιά τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό αὐτά τά πάθη.
Πολλές φορές θεραπευτική ἐλεημοσύνη δέν εἶναι ἡ  ὑλική δόσις, ἀλλά ἡ μή δόσις, ἡ  πνευματική προσφορά. Ἐδῶ χρειάζεται προσοχή, προσευχή καί τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ὅταν γνωρίζουμε τό συνάνθρωπό μας καί τίς ἀνάγκες του, τά πράγματα εἶναι ἁπλᾶ. Ὅταν δέν τόν γνωρίζουμε, ὀφείλουμε νά τόν βοηθήσουμε μέ προθυμία, μέ ἱλαρότητα καί μέ προσευχή, γιά νά ἀναπληρώσῃ ὁ Κύριος τή δική μας ἄγνοια καί νά μετατρέψῃ τήν ἐλεημοσύνη μας σέ θεραπεία ἐκείνου ,πού τή λαμβάνει. 
Κανείς δέν ἔχει δικαίωμα νά κρίνῃ τόν πτωχό, οὔτε νά ἐξετάζῃ ἄν ἀπό δική του ὑπαιτιότητα περιῆλθε στήν κατάστασι τῆς πτωχείας. Ἄν λέγῃ ἀλήθεια ἤ ἄν ψεύδεται, ἄν ἀξίζῃ ἤ δέν ἀξίζῃ κλπ.
Ἄν ὁ Πανάγαθος Θεός ἔκανε κάθε φορά αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς εξετάσεις, ὅλοι θά εἴχαμε καταδικασθῇ. Ὅμως ὁ Θεός εἶναι Οἰκτίρμων καί Ἐλεήμων καί ἀνατέλλει τόν ἥλιον αὐτοῦ ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους και ἀδίκους (Ματθ. ε΄45). Καί ὁ Παῦλος τονίζει:



«Συνίστησι τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8).
Ὅταν κάποτε ἀνάφεραν στόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Ἐλεήμονα ὅτι κάποιος πτωχός μεταμφιεζόμενος τόν ἐξαπατᾶ καί τοῦ ἀποσπᾶ  συνέχεια χρήματα, ἀπήντησε:
«Φαντάζομαι πόσο πολλές καί μεγάλες ἀνάγκες θά ἔχῃ, γιά νά μετέρχεται τέτοια μέσα... Δῶστε του ἀμέσως τή βοήθεια πού ζητάει».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου