Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Α)





Ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς καί οἰ δύο κύριοι.

(Ματθ. στ΄ 22-24)

Ὁ Πάνσοφος Δημιουργός μᾶς καλεῖ νά ξεχωρίσουμε τά γήϊνα ἀπό τά ἐπουράνια, τά φθαρτά ἀπό τά ἄφθαρτα, τά πρόσκαιρα ἀπό τά αἰώνια καί μᾶς προτρέπει νά ἔχουμε τήν καρδιά μας προσκολημένη εἰς τόν Θεόν καί εἰς τά ἐπουράνια. Εἶναι δέ πράγματι μεγάλη συμφορά ἡ προσκόλλησις στή γῆ καί τά γήϊνα, πού εἶναι «σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα».
Ὁ πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, ὁ γλυκύς Ἰησοῦς ἔρχεται ἀθόρυβα κοντά μας καί μᾶς ἀποκαλύπτει μέ θεϊκή ἁπλότητα, πῶς θά μπορέσουμε νά ξεχωρίσουμε  «τἄχυρα ἀπ’ τό σιτάρι», τό φῶς ἀπό τό σκοτάδι, τά γήϊνα ἀπό τά οὐράνια.





«Ὁ λύχνος τοῦ σώματος», λέγει, «ἐστίν ὁ ὀφθαλμός. Θέλω νά καταλάβετε ὅτι ὁ λύχνος, πού δίδει φῶς στό σῶμα εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὅπως  καί ὁ λύχνος, πού φωτίζει τήν ψυχήν εἶναι ὁ νοῦς. Ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς εἶ, ὅλον τό σῶμα σου φωτεινόν ἔσται». Ἐάν, λοιπόν, ὁ ὀφθαλμός σου, τό μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο τό σῶμα σου θά εἶναι γεμᾶτο φῶς. Ἔτσι ἀκριβῶς θά φωτίζεται καί ἡ ψυχή σου, ἐάν ὁ νοῦς σου εἶναι ὑγιής καί ἡ καρδιά σου καθαρή καί δέν ἔχουν τυφλωθῇ ἀπό τό φοβερό πάθος τῆς φιλαργυρίας καί ἀπό τήν προσκόλλησιν εἰς τά μάταια.« Ἐάν δέ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ᾗ, ὅλον τό σῶμα σου σκοτεινόν ἔσται». Ἐάν ὅμως τό μάτι σου δέν εἶναι ὑγιές, δηλ. εάν εἶναι βλαμμένο καί τυφλωμένο, ὅλον τό σῶμα σου θά εἶναι βυθισμένο στό σκοτάδι.« Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος  ἐστι, τό σκότος πόσον;» Εἶναι ὁλοφάνερο δηλαδή, ὅτι ἐάν καί ὁ νοῦς σου σκοτισθῇ ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, ἐάν σκοτισθῇ ἀπό τήν προσκόλλησι  στον πλοῦτο, στό Μαμωνᾶ, στό Διάβολο, στό Χρῆμα, ἐάν ἐμπαγῇ εἰς ἰλύν βυθοῦ, σέ πόσο σκότος τότε θά βυθισθῇ ἡ ψυχή σου; Βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος στήν ἄβυσσο καί ζῆ ἀπό τώρα τήν αιώνια Ὁδύνη. Ἡ Φιλαργυρία, ἡ λατρεία τοῦ χρυσοῦ, εἶναι ἄρνησις τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ τῆς Ἀγάπης, εἶναι αἰώνιος ὀδυνηρός Θάνατος.

Εἷναι ἀλήθεια ὅτι δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία γιά τόν ἄνθρωπο, ἀπό τό νά κυριευθῇ ἡ ψυχή του ἀπό τό ὀλέθριο αὐτό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ὁ Ἀπόστολος  Παῦλος λέγει:

«Οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καί ἀπώλειαν.


Ρίζα γάρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν τῆς πίστεως καί ἑαυτούς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς» (Α΄Τιμόθ.  στ΄ 9-10).  Καί πραγματικά ἡ φιλαργυρία εἶναι α)ἡ ρίζα πάντων τῶν Κακῶν, β) ὅσοι κυριεύονται ἀπό τό πάθος αὐτό, ἀπεπλανήθησαν ἀπό τῆς πίστεως, χωρίσθηκαν ἀπό τόν Θεόν καί γ) ἔμπηξαν στόν ἑαυτό τους σάν ἄλλα καρφιά, πολλές ὀδύνες, πολλούς πόνους καί ἀγωνίες.
Ζοῦν συνεχῶς μέ τή σφοδρή ἐπιθυμία νά αὐξήσουν τά πλούτη τους, γιά τόν ἑαυτό τους στή γῆ, στεροῦνται τά πάντα προκειμένου νά θησαυρίσουν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ζοῦν χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπη. Μόλις καθίσουν, σηκώνονται ταραγμένοι καί τρῶνε ἄρτον ὀδύνης, ὅταν ὁ Θεός χαρίζει γαλήνη καί ἠρεμία καί τό θεῖον δῶρον τοῦ ὕπνου στούς πιστούς, στούς ἀγαπημένους Του Μαθητές.
Ὅταν σκοτισθῇ ὁ νοῦς, ὅταν προσκολληθῇ ἡ καρδιά στήν Ὕλη, βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος στό σκοτάδι καί  ἔχει τέλος φρικτό κατακαίεται καί ὀδυνᾶται ἀπό τά ἴδια του τά πάθη.


Ὁ Ἰούδας, γιά νά ἀρκεσθῶ σέ ἕνα μόνο παράδειγμα τῆς Φιλαργυρίας, πρόδωσε τό Διδάσκαλό του, ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων καί γνωρίζουμε ὅλοι, ποῦ τόν ὡδήγησε τό πάθος.
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε οἱ ἄνθρωποι ὅτι ἡ προσκόλλησι στή γῆς καί τά γήϊνα εἶναι ἄρνησι τῆς Ἀγάπης, εἶναι χωρισμός ἀπό τό Θεό, εἶναι ψυχικός καί σωματικός θάνατος.  Μόνον ἡ ἀπελευθέρωσι ἀπό τά γήϊνα καί ἡ προσκόλλησι στά ἐπουράνια, μόνον ἡ γνήσια καί ἁγνή ἀγάπη στήν «πρᾶξι» νοηματίζει τή ζωή μας καί μᾶς ἑνώνει μέ τόν οὐράνιον Πατέρα καί γίνεται ὁ νοῦς μας ὅλος Φῶς καί ἡ καρδιά μας καθαρίζεται καί γίνεται Θεοῦ κατοικητήριον, ὅλη Φῶς.
Εἶναι καιρός  νά καθαρίσουμε τήν καρδιά μας ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί ὑλική ἡδονή, ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος καί νά ἐναποθέσουμε τήν καρδιά μας στά Χέρια τοῦ Θεοῦ καί Πατρός.
Εἷναι καιρός νά ποῦμε τό μεγάλο ΝΑΙ στό Θεό καί τό μεγάλο ΟΧΙ  στό Διάβολο, στό Μαμωνᾶ, στό Χρῆμα.
Εἷναι καιρός νά καταλάβουμε τό λόγο τοῦ Κυρίου, πού μέ τρυφερότητα μᾶς διακηρύττει ὅτι
«Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν·  ἤ γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. ΟΥ ΔΥΝΑΣΘΑΙ ΘΕῼ ΔΟΥΛΕΥΕΙΝ ΚΑΙ ΜΑΜΩΝΑ» (Ματθ. στ΄ 24).
Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ὁ Διάβολος εἶναι μῖσος.  Τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ἀγαθόν καί τέλειον εἶναι νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλώνα, νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τά γήϊνα καί νά ἐναποθέσουμε  τήν ψυχή μας στά ἄχραντα Χέρια του Θεοῦ. Νά ἀφιερώσουμε τήν καρδιά μας στά πνευματικά, στά ἔργα τοῦ φωτός, στά ἔργα τῆς ἀγάπης, μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν οὐράνιο Πατέρα μας. Εἶναι ὁ μόνος, πού νοιάζεται γιά μᾶς.

Ἕνας  ἐνσυνείδητος αὐτοέλεγχος, σίγουρα θά μᾶς ὁδηγήσῃ σέ αὐτογνωσία  καί εἰλικρινῆ μετάνοια, ὥστε νά ἐννοήσουμε ἔγκαιρα τό βραχύ τῆς  ζωῆς καί τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων καί, ὅσο γίνεται γρηγορότερα νά ξεφύγουμε ἀπό τό Βόρβορο καί νά ἐπιστρέψουμε στήν Πηγήν τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, στό Θεό καί Πατέρα μας. Νά βροῦμε ἀνάπαυσιν στήν Ψυχή μας καί ὅλοι μαζί, νά σταθοῦμε μακριά ἀπό τή δυσωδία τῶν γηῒνων καί, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, νά ὑμνοῦμε καί νά δοξολογοῦμε τόν δοτήρα παντός ἀγαθοῦ, τόν Κύριό μας, τόν Ἰησοῦν Χριστόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου