Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Ο ΠΑΥΛΟΣ, Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ


Μᾶς καλεῖ νά σταυρώσουμε τήν σάρκα σύν τοῖς   παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις (Γαλάτ. ε΄ 24).


«Οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ τήν σάρκα ἐσταύρωσαν
σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις»
                                                                                                                         (Γαλάτ. ε΄ 24).

Ὁ Παῦλος, ὁ πρώην διώκτης, δέχθηκε τήν κλῆσιν τοῦ Χριστοῦ, καί μετεστράφη. Πίστεψε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του στό Χριστό, Τόν λάτρεψε καί ἀφοσιώθηκε στό ἔργον, πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ ἴδιος, ὁ καρδιογνώστης Κύριος.
Ὁ Κύριος βλέπει στά βάθη τῆς ψυχῆς μας καί γνωρίζει καλά τήν ψυχήν τοῦ Παύλου, τόν ζῆλο του, τήν καλήν του προαίρεσιν καί εἰς τον δρόμον πρός τήν Δαμασκόν γίνεται τό Θαῦμα τῆς μεταστροφῆς τοῦ Σαούλ. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος καλεῖ τόν διώκτην.





«Καί ἐξαίφνης περιήστραψεν αὐτόν φῶς ἀπό τοῦ οὐρανοῦ, καί πεσών ἐπί τήν γῆν ἄκουσε φωνήν νά τοῦ λέγῃ, Σαούλ, Σαούλ γιατί μέ καταδιώκεις; Καί εἶπε, Ποιος εἶσαι, Κύριε; Καί ὁ Κύριος εἶπε: Ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τόν ὁποῖον σύ καταδιώκεις. Ἀλλά  σήκω καί εἴσελθε εἰς τήν πόλιν καί θά σοῦ δηλωθῇ τί πρέπει νά κάνῃς. Καί ἀναθέτει ὁ Κύριος στόν Ἀνανία τήν κατήχησι τοῦ Παύλου,  μέ τή δήλωσι ὅτι Αὐτός, ὁ πρώην διώκτης, εἶναι τό σκεῦος , τό ὄργανον τῆς ἐκλογῆς μου, γιά νά φέρῃ τό ὄνομά μου ἐνώπιον Ἐθνῶν καί βασιλέων καί Ἰσραηλιτῶν. Ἐγώ ὁ Ἴδιος θά τοῦ δείξω ὅσα πρέπει νά πάθῃ διά τό ὄνομά μου» (Πραξ. θ΄ 1-16).
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁλόψυχα ἀποδέχεται τό ἔργο, πού τοῦ ἀναθέτει ὁ Κύριος καί, μέ τή Χάρι τοῦ Χριστοῦ ἀναδικνύεται ὁ Πρῶτος μετά τόν ΕΝΑ, πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος. Ἀγωνίζεται καί ἀποβάλλει τήν Φαρισαϊκήν ἔπαρσι καί ὑποκρισίαν, ἐγκολπώνεται τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, τό ὁποῖον  κηρύσσει  πάσῃ τῇ κτίσει.
Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἀγωνίζεται μέ τόν κακόν ἑαυτόν του, μέ τόν Διάβολον καί μέ τόν κόσμον, καί ἐν Χριστῷ νικᾷ καί λέγει: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ» (Φιλιπ. δ΄13). Ὁμολογεῖ ὅτι ὅλα ὀφείλονται στή Χάρι τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀνέστησε μαζί μέ τόν Χριστόν καί μᾶς ἔβαλε νά καθήσωμε μαζί Του εἰς τά ἐπουράνια. Καί ἡ Ἀνάστασις καί  ἡ ἀνύψωσίς μας αὐτή  ἔγινε διά τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὅλα ὀφείλονται στό πλούσιον ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ σωτηρία μας ὀφείλεται στό ἔλεος καί τή χάρι τοῦ Θεοῦ διά τῆς πίστεως. Καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται» (Ἐφεσ. β΄ 4-9). Καί γιά τόν ἑαυτόν του διακηρύττει καί λέγει: «Χάριτι Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμί» (Α΄Κορινθ. ιε΄ 10). Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἔχει βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του μπροστά στό Θεό καί μᾶς συγκλονίζει μέ τήν ἄκρα ταπείνωσί του. Πάλεψε πολύ καί μέ τόν ἑαυτόν του καί μᾶς περιγράφει τήν πάλη Του,γιά νά μᾶς ἐνθαρρύνῃ στόν προσωπικό μας ἀγῶνα. Κάνει ψυχολογικήν ἀνάλυσι τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ ἀγῶνος του μέ τά πάθη του. Καί λέγει:
«Εἶμαι σκλάβος τῆς ἁμαρτίας. Εἶμαι σαρκικός, πουλημένος στήν ἁμαρτίαν. Δέν μπορῶ νά ἐννοήσω τίς πράξεις μου. Οὐ γάρ ὅ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ’ ὅ μισῶ τοῦτο ποιῶ. Ἀλλ’ ἐάν κάνω ἐκεῖνο πού δέν θέλω, τότε συμφωνῶ ὅτι ὁ νόμος εἶναι καλός. Ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν ἐνεργῶ πλέον ἐγώ, ἀλλά ἡ ἁμαρτία πού κατοικεῖ μέσα μου. Διότι ξέρω ὅτι δέν κατοικεῖ τίποτε καλόν μέσα μου, δηλαδή στή σάρκα μου. Ἡ θέλησίς μου νά κάνω τό καλόν ὑπάρχει, ἀλλά δέν ἔχω τή δύναμι νά τό κάνω. Οὐ γάρ ὅ  θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’  ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω.  Καί ἐάν κάνω ἐκεῖνο, πού δέν θέλω, τότε δέν ἐνεργῶ πλέον ἐγώ, ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία πού κατοικεῖ μέσα μου. Καί ἔτσι βρίσκω τοῦτον τόν νόμον, ὅτι δηλαδή ἐνῷ ἐγώ θέλω νά κάνω τό καλόν,  μέσα μου ὑπάρχει πρόχειρον  τό κακόν.Αἰσθάνομαι μεγάλην εὐχαρίστησιν στό νόμο τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἐσωτερικόν μου ἄνθρωπον, ἀλλά βλέπω ἄλλον νόμον  εἰς τά μέλη μου, ὁ ὁποῖος ἀντιστρατευεται εἰς τόν νόμον  τοῦ νοός μου (τοῦ λογικοῦ μου) καί μέ αἰχμαλωτίζει διά τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας, πού ὑπάρχει εἰς τά μέλη μου. Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος! Ποιός θά μέ λυτρώσῃ; Ποιός θά μέ ἐλευθερώσῃ ἀπό τό σῶμα τοῦτο τό καταδικασμένο σέ θάνατο; Εὐχαριστῶ τόν Θεόν, διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας» (Ρωμ. ζ΄ 14- 25).
Μιλάει ὁ Παῦλος, γιά  τή βασική σύγκρουσι, πού γεννιέται στήν ψυχή του καί στήν ψυχή τοῦ κάθε ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου.
Πράγματι στό βάθος τῆς ψυχῆς μας συγκρούεται ἡ ἠθικότητα μέ τήν ἀνηθικότητά μας. Συγκρούεται  νόμος τῆς σαρκός μέ τόν νόμο τοῦ νοός. Συγκρούεται τό φρόνημα τῆς σαρκός, πού εἶναι θάνατος (Ρωμ. η΄ 6), μέ τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι ζωή καί εἰρήνη. Εἶναι δέ βέβαιον ὅτι τό φρόνημα τῆς σαρκός εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό θάνατο (Ρωμ. η΄ 7).
  Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς καλεῖ νά ἐπιστρέψουμε κοντά στό Θεό, στήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος καί μᾶς τονίζει ὅτι χρειάζεται ἀγῶνας πάνω ἀπό ὅλα μέ τόν κακό μας ἑαυτό. Εἶναι ἀνάγκη, ὡς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, νά σταυρώσουμε τήν σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἶναι δέ πλέον ἤ βέβαιον ὅτι ὁ Καρδιογνώστης Κύριος γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ πόθος τοῦ Πνεύματος, ποιά εἶναι ἡ λαχτάρα τῆς ψυχῆς μας. Καί μᾶς βεβαιώνει ὁ οὐρανοβάμων Παῦλος, ὅτι «αὐτό τό Ἅγιον Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει  ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς  ἀλαλήτοις.
Μᾶς βοηθεῖ στόν ἀγῶνα μας τόν πνευματικόν, ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. η΄27-28).
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἄριστος ἀνατόμος τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί γνώστης ἄριστος τῶν δυσχεριῶν τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, γιά τή «Σταύρωσι» τῆς σάρκας καί τῶν σαρκικῶν παθῶν καί τῶν  βρωμερῶν ἐπιθυμιῶν, μᾶς συμβουλεύει:
« Τό λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ, γίνατε δυνατοί δια τοῦ Κυρίου καί διά τοῦ κράτους τῆς δυνάμεώς Του. Ἐνδυθῆτε τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορέσετε νά ἀντισταθῆτε πρός τάς μεθοδείας, πρός τά τεχνάσματα τοῦ διαβόλου, διότι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ΄ 10-13).
Ὁ Παῦλος γνωρίζει καλά τίς δυσκολίες τοῦ ἀγῶνος γιά τή «Σταύρωσι» τῆς σάρκας καί τήν κατανίκησι τῶν παθῶν καί μᾶς τονίζει ὅτι μόνον μέ τή Χάρι καί τή δύναμι τοῦ Χριστοῦ θά μπορέσουμε νά νικήσουμε. Ὁ Χριστός σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς καί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Συνεπῶς πιστεύω στό Χριστό καί τόν λατρεύω σημαίνει συμορφώνομαι μέ τό Θέλημά του. Κάνω «πρᾶξι» τήν καινήν ἐντολήν. Περιπατῶ ἐν ἀγάπη. Ζῶ εὐσεβῶς , καθώς πρέπει ἁγίοις. Διά τῆς πίστεως ἔχω σταυρωθῆ μαζί μέ τόν Χριστόν. «Σταύρωσις» (Γαλάτ. ε΄ 24) τῆς σαρκός τῶν Χριστιανῶν σημαίνει ὅτι « ὁ παλαιός ἄνθρωπος συνεσταυρώθη, ἵνα καταργηθῇ τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ» (Ρωμ.στ΄6).



Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς καλεῖ νά τόν μιμηθοῦμε:
«Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ» (Α΄ Κορινθ. ια΄ 1). «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Ἔχω σταυρωθῆ μαζί μέ τόν Χριστόν. Δέν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλά ζῆ μέσα μου ὁ Χριστός. Τήν ζωήν πού ζῶ τώρα στό σῶμα, τήν ζῶ μέ πίστιν εἰς τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἀγάπησε καί παρέδωκε τόν ἑαυτόν Του πρός χάριν μου (Γαλάτ. β΄ 20). Ὅπως ἐγώ, ἔτσι καί σεῖς. Ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ». Διά τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ὁ κόσμος εἶναι σταυρωμένος, εἶναι νεκρός γιά μένα, καί ἐγώ εἶμαι σταυρωμένος ὡς πρός τόν κόσμον, εἶμαι νεκρός γιά τόν κόσμο (Ἐφεσ. στ΄14).
Καιρός εἶναι νά γίνῃ σκοπός τῆς ζωῆς μας ἡ προτροπή τοῦ Παύλου. Νά νεκρώσουμε τά μέλη ἡμῶν τά ἐπί τῆς γῆς (Κολοσ. γ΄ 5). Νά σταυρώσουμε, ὡς Μαθητές τοῦ Χριστοῦ  γνήσιοι, τήν σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις (Γαλάτ. ε΄ 24-25).
Νά πάρουμε τήν ἀπόφασι νά ἀποθέσωμε τά ἔργα τοῦ σκότους (Ρωμ. ιγ΄ 12). Νά ἀποθέσωμε  τόν κακόν μας ἑαυτόν, νά ἀποθέσωμεν τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἀνανεοῦσθαι δέ τῷ πνεύματι τοῦ νοός ἡμῶν καί ἐνδύσασθαι τόν καινόν, τόν νέον ἄνθρωπον τόν κατά Χριστόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσ. δ΄ 22-24).
Ὁ Παῦλος, μετά τήν «σταύρωσιν» τῆς σαρκός , «την νέκρωσιν» τῶν παθῶν, «τήν κάθαρσιν» τῆς ψυχῆς,  συνιστᾶ «τήν ἐπιτέλεσιν ἁγιωσύνης ἐν φόβῳ Θεοῦ». Καί λέγει: «Τό λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις  ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἅ καί ἐμάθετε καί παρελάβετε καί ἠκούσατε καί εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καί ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν» (Φιλιπ. δ΄ 8-9). Ἡ σύστασι τοῦ Παύλου προϋποθέτει ζωντανή πίστι στό Χριστό, δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένην. Προϋποθέτει λατρεία στό Χριστό ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ. Αὐτό σημαίνει νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, γιά νά μπορέσῃ κάθε ἕνας ἀπό μᾶς , μαζί μέ τόν Παῦλο, νά πῇ: «Ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. α΄ 21).

Ὁ Παῦλος μέ τή ζωή, μέ τά ἔργα του καί μέ τό μαρτύριό του, μᾶς ὁδηγεῖ κοντά στό Χριστό καί μᾶς μαθαίνει ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός ἐσταυρώθη καί Ἀναστήθηκε γιά μᾶς, Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή ἡ μόνη μας ἐλπίδα. Αὑτός εἶναι ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλέων καί ὁ Κύριος τῶν κυρίων, ὁ δίκαιος Κριτής καί συνιστᾶ σέ ὅλους μας ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ καί ἔργῳ, νά Τόν δοξάζουμε, διότι Σ’ Αὐτόν καί μόνον Σ’ Αὐτόν ,σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί  τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας.
«Τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Α΄Τιμόθ. α΄17).











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου