Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ






Τό θεῖον κάλεσμα.



Ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Μεσσίας, τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἔρχεται κοντά μας, ἀθόρυβα. Μᾶς συναναστρέφεται καί δέν ἐντρέπεται νά μᾶς  ἀποκαλῇ ἀδελφούς Του. Ἔρχεται ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καί μέ τόν ἐρχομό Του διαλύει τά σκοτάδια τῆς ἀγνείας καί τῶν παραγνωρίσεων καί σκορπίζει τό φῶς τό τῆς γνώσεως. Μέ τό φῶς του θείου λόγου Του φωτίζει τόν νοῦν, καθαρίζει τήν καρδιά, ἀποκαλύπτει καί διδάσκει στόν κόσμο τήν μόνην Αλήθεια,  τήν ἐξ ἀντικειμένου Ἀλήθεια. Καί μᾶς καλεῖ νά δεχθοῦμε τή δική Του, τή μόνη Ἀλήθεια, γιά νά λυτρωθοῦμε, μέ τή Χάρι του ἀπό τά δεσμά τῆς Παραφροσύνης καί νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τή δουλεία Τοῦ Ἐγωϊσμοῦ, τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας.

Μᾶς τίμησε ὁ Πανάγαθος. Μᾶς ἐδημιούργησε «κατ’εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ». Ἐμεῖς ὅμως δέν ἐννοήσαμε τήν τιμήν. Ἀμαυρώσαμε, ἀχρειώσαμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Καί, ἀστόχαστα, χωρισθήκαμε διά τῆς παρακοῆς, ἀπό τόν Εὐεργέτη. Ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὑδατος, πρσπαθῶντας νά ξεδιψάσουμε τή δίψα μας ἀπό τά λασπονέρια τῆς ἀποστασίας.

Ἀφήκαμε τήν Πατρική Ἑστία. Ἀφήκαμε τή θαλπωρή, τή ζεστασιά, τή στοργή, τήν τρυφερότητα καί τήν παντοδύναμον Προστασία τοῦ Θεοῦ Πατρός καί συνεχίζουμε νά ὀρύσσουμε «λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (παρβλ. Ἱερεμ. β΄ 13). Ἀφήκαμε «τόν μόσχον τόν σιτευτόν» καί προσπαθοῦμε, μάταια νά χορτάσουμε τήν πεῖνα μας, μέ τά «ξυλοκέρατα»τῆς ἀποστασίας, «ἐπιθυμοῦμε γεμῖσαι τήν κοιλίαν ἡμῶν ἀπό τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι» (παρβλ. Λουκ. ιε΄ 16).



Ἀρνοῦνται οἱ περισσότεροι  ἄνθρωποι τόν Ἀληθινόν Θεόν καί λατρεύουν τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα.

Ὅλοι γνωρίζουμε καί ὑποφέρουμε ἀπό  τά ἐπιτεύγματα τῆς τεχνολογικῆς προόδου( Φονικά ὅπλα κλπ). Ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθῆ αὐτή τήν τυραννική πραγματικότητα; Ὅλοι ζοῦμε μέσα στή Φαυλότητα καί τήν Παραφροσύνη. Δέν βρίσκουμε λόγια, νά περιγράψουμε τό «κενόν» μέσα μας καί γύρω μας , ἀμέτρητη ἡ θλῖψις.
Μέ πόνο καί πικρία διαπιστώνουμε ὅτι
Μακριά ἀπό τό Θεό καί τό Νόμο Του,
εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε
καί τό ψωμί, πού τρῶμε «ἄρτος ὀδύνης».

Ὁ φιλάνθρωπος «Θεός ἐκ τοῦ οὐρανοῦ  διέκυψεν ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ  ἐστι συνιών  ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν. Καί διεπίστωσεν ὅτι
Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἐστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 52, 3-4).
Ἀνεξήγητη εἶναι ἡ τόση διαστροφή.

«Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δέ φονευταί! Πῶς ἔγινε ἡ ἁγία Πόλις φωλιά φωνιάδων; (πρβλ. Ἡσ. α΄ 21. Πρβλ. καί Ἡσ. ε΄ 2ἑξ.). Ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι μια πληγή. Κατάκειται ἡμιθανής στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου. Ἐπειδή ὅμως ὁ 
Φιλάνθρωπος Θεός δέν ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, ἀλλ’ εἰς σωτηρίαν. «Δέν θέλει τόν θάνατον τοῦ ἀνόμου, ὡς τό ἀποστρέψαι αὐτόν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καί ζῆν αὐτόν» (Ἱερεμ. ιη΄ 23). Ὡς ἄπειρη ἀγάπη  ὁ Θεός «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Β΄Τιμόθ. β΄ 4). Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ἔρχεται καί μᾶς καλεῖ ὅλους εἰς μετάνοιαν. Μέ τόν ἐρχομό Του «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς, καί τοῖς καθημένοις  ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ. δ΄ 16).





«Ἀπό τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καί λέγειν·
Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»
(Ματθ. δ΄ 17). Αὐτός εἶναι τό Φῶς, πού φωτίζει κάθε
κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ἔρχεται
κοντά μας καί «κηρύσσει τό Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ΄ 23). Μᾶς καλεῖ κοντά Του. Καί ἡ πρόσκλησίς Του εἶναι πρῶτον εἰδική.
Ὡς καρδιογνώστης γνωρίζει ἐκεῖνες, τίς ἁπλές, ἁγνές καί ἄδολες ψυχές, πού ἔχουνε τήν  ἔμφυτη κλίσιν-ἔφεσιν, τήν λαχτάρα τῆς ψυχῆς νά γίνουν συνεργάτες Του στό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Γνωρίζει καλά ἐκείνους, πού φλέγονται ἀπό τόν πόθον νά συνεχίσουν τό κοσμοσωτήριον ἔργον Του. Γνωρίζει δέ ὁ Κύριος ὅτι «Οὐδείς ἔρχεται πρός αὐτόν, ἐάν μή ἑλκύσῃ αὐτόν ὁ πατήρ» (Ἰωάν. στ΄ 44).Καθώς ἐπίσης μᾶς βεβαιώνει καί λέγει ὅτι «Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» καί τονίζει ὅτι «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιδ΄ 6). Αὐτοί εἶναι δύο Κανόνες πού διέπουν τήν εἰδική, ἀλλά καί τή γενική πρόσκλησι τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ.
Καί οἱ πρῶτοι, πρός τούς ὁποίους κάνει ὁ Κύριος τήν εἰδικήν  πρόσκλησιν εἶναι οἱ ἁπλοϊκοί ψαράδες, ὁ Σίμων Πέτρος καί ὁ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφός αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι δέχθηκαν τήν κλῆσιν: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» καί οἱ ὁποῖοι πρόθυμα, ὁλόψυχα, «εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἄλλοι δύο ἀδελφοί, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοί τοῦ Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι «εὐθέως ἀφέντες τό πλοῖον καί τόν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. δ΄ 18-22).







Τήν εἰδικήν αὐτήν κλῆσιν δέχονται, ἄδολες ψυχές, πού μέ αὐταπάρνησιν καί αὐτοθυσίαν δέχονται νά ὑπηρετήσουν ὡς Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, γενόμενοι ἁλιεῖς ἀνθρώπων, καλοί ποιμένες λογικῶν προβάτων. Ἀξιώνονται καί καλοῦνται  ἀπό τόν Θεόν «εἰς τόν ἅγιον καί  ὑπερμέγιστον βαθμόν τῆς Ἱερωσύνης καί  εἰσέρχονται  εἰς τό ἐνδότερον τοῦ καταπετάσματος, εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου παρακύψαι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ἐπιθυμοῦσι, καί ἀκοῦσαι τῆς εὐαγγελικῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ, καί θεάσασθαι αὐτοψεί τό πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, καί ἀπολαῦσαι τῆς θείας καί ἱερᾶς λειτουργίας...» (παρβλ. Εὐχήν Εὐχελαίου).

Ἀλλοίμονον σέ κείνους, πού δέν κρατοῦν καί δέν φυλάσσουν τό χάρισμα, πού τούς δώρησεν ὀ Θεός. Καί «ὁ δοκῶν ἐστάναι, βλεπέτω μή πέσῃ» (Α΄Κορινθ. ι΄12). Ἴλεως γενοῦ ἡμῖν Δέσποτα ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καί ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν εἰδικήν Πρόσκλησιν ὁ Μακρόθυμος καί Πολυέλεος Θεός καλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους νά ἐπιστρέψουν κοντά Του, μέ τή θέλησί τους , χωρίς ἐξαναγκασμό. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό σκοπό καί ὁ Χριστός, ὁ τέλειος Θεός , ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Γίνεται τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλα. Γίνεται ὑπόδειγμα, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ, γιά νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του καί «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Α΄Πέτρ. β΄21. Ἰωάν. γ΄15-16). Ὁ Χριστός «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»(Ἑβρ. ιγ΄ 8), μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του, γιά μᾶς λυτρώσῃ  ἀπό τό θάνατο, νά μᾶς χαρίσῃ τήν ζωήν. Μᾶς καλεῖ κοντά Του γιά νά  βροῦμε γαλήνη καί ἀνάπαυσι: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς.
Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός  εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια΄  28-30).



Ὅσοι δέχονται τήν πρόσκλησιν βρίσκουν ἀνάπαυσιν στήν ψυχή του. Ἐναποθέτουν στα Χέρια του Χριστοῦ τήν ψυχή τους. Καταθέτουν στά πόδια Του τίς ἁμαρτίες τους. Καί «ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» ἀναλαμβάνει Ἐκεῖνος τά βάρη μας καί μᾶς χαρίζει γαλήνη καί ἀνάπαυσιν καί μᾶς ὁδηγεῖ στό δρόμο τῆς ζωῆς. Μᾶς διδάσκει  τήν πρᾳότητα, τήν ταπείνωσιν, τήν τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον. Μᾶς χαρίζει τό δικό Του Φῶς , τό ζωοποιό λόγο Του, καί ζητεῖ νά περιπατοῦμε ἐν τῷ φωτί καί θέλει νά ἀποφεύγουμε τά φαῦλα, τά ἔργα τοῦ σκότους καί νά κηρύσσουμε, μέ εὐεργεσίες, τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης. Ὅπως  Αὐτός, ἔτσι κι’ ἐμεῖς. Νά φωτίσουμε τά σκοτάδια τοῦ κόσμου μέ τό δικό Του φῶς, μέ τό λόγο Του, πρός δόξαν Θεοῦ.
«Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»  (Ματθ. ε΄ 16). Τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό εὐάρεστον καί τέλειον, εἶναι Φῶς. Καί μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος ὅλοι νά δεχθοῦμε τό Φῶς Του καί νά φωτίσουμε τόν κόσμον, πού μέ λυσσώδη μανίαν, συνεχίζει νά παραμένῃ στό σκοτάδι, μέσα στή Φαυλότητα καί τήν Παραφροσύνη. Μᾶς καλεῖ καί θέλει νά ἀποδεχθοῦμε τήν πρόσκλησίν Του, νά γίνουμε Μαθητές Του καί νά κηρύττουμε, τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, πάσῃ τῇ κτίσει. Κρούει τή θύρα... Μᾶς καλεῖ νά ἀκούσουμε τή φωνή Του καί νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας.



Ὅσοι δέν δέχονται τή γενική αὐτή πρόσκλησι, μένουν ἀθεράπευτοι, μένουν στό σκοτάδι. Δέν τούς ἀφήνει ὁ Ἐγωϊσμός, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ματαιότης, ἡ φιλαυτία, ἡ φιαλαρχία, ἡ φιλοδοξία καί γενικά τό σαρκικό φρόνημα, νά ἀνακύψουν εἰς τό παντελές.
Παραμένουν ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ, ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν, πετρῶσαν οἰ καρδιές, δέν μετανοοῦν. Συνεχίζουν νά λατρεύουν τά δαιμόνια καί τά εἴδωλα.
Καί ὁ Θεός μακροθυμεῖ καί συνεχίζει νά κρούει τήν Θύραν καί μᾶς καλεῖ κοντά Του.




Μήπως εἶναι καιρός νά ἀκούσουμε τή γλυκύτερη κι’ ἀπ’ τό μέλι φωνή Του, τώρα, πρίν νά εἶναι ἀργά; Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός εἶναι ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα. Ὅλοι καί ὅλα μᾶς ἔχουν ἐξαπατήσει, μᾶς ἔχουν ἀπογοητεύσει.
Μήπως εἶναι ὥρα νά ἀποδεχθοῦμε τήν πρόσκλησι τῆς Εὐσπλαγχνίας Του; Μήπως ἔφθασε ὁ καιρός νά ἐγκολπωθοῦμε τό Χριστό, τόν Ἀληθινόν Μεσσία, καί τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του καί βροῦμε ἀνάπαυσι στήν ψυχή μας;
Ἔμπρός , λοιπόν, φίλοι μου, τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος, τώρα εἶναι ἠμέρα σωτηρίας. Τώρα εἶναι καιρός νά δεχθοῦμε τήν Πρόσκλησι καί, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά συνταχθοῦμε μέ τόν Χριστόν. Καί ἀκολουθοῦντες τά ματωμένα Χνάρια Του, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγω καί ἔργῳ, νά φωτίζουμε τόν κόσμο μέ τό δικό Του Φῶς, θεραπεύοντες πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ καί ὐμνοῦντες τόν Λυτρωτήν, μετά τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων ἀκαταπαύστως. εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου